Eργατικό Αντιϊμπεριαλιστικό Μέτωπο

[επικοινωνία: eamgr@otenet.gr]

  • Κατηγορίες

  • Πρόσφατα

  • Τρέχον μήνας

    Ιουλίου 2017
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Ιον.    
     12
    3456789
    10111213141516
    17181920212223
    24252627282930
    31  
  • Κατάλογος

Posts Tagged ‘Ανδρέας Μπεντεβής’

Της δικαιοσύνης το σκοτάδι το βαθύ

Posted by eamgr στο 13 Ιουλίου, 2017

Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους προσέφυγε ενάντια στην απόφαση της ολομέλειας του Ευρωπαϊκού δικαστηρίου δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο καταδίκασε την χώρα μας για την αθώωση, ουσιαστικά, των θυτών στην υπόθεση της Μανωλάδας.ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΑΞΙΚΗ 2

Το Νομικό Συμβούλιο, αντί να ζητήσει την άδεια, ή την γνώμη, του αρμόδιου υπουργείου-ως όφειλε-για τους δικούς του-σκόπιμους, ή άσχετους-λόγους επέλεξε να προχωρήσει στην κίνηση αυτή, αφού πρώτα συμβουλεύτηκε…τα δικαστήρια εκείνα που αποφάσισαν το αίσχος της πρωτόδικης απόφασης.

Όλα αυτά είναι σήμερα γνωστά. Μέχρι, όμως, να γίνουν γνωστά, το διαδίκτυο κατέκλυσαν οι συνηθισμένες ατάκες οργής και χλευασμού για την ανάλγητη κυβέρνηση που φροντίζει για το ξέπλυμα των δουλεμπόρων της Μανωλάδας. Αυτή η παιδαριώδης και αφελής αντίληψη-ιδιαίτερα όταν προέρχεται από την Αριστερά-πως για ό,τι συμβαίνει γενικά ακέραια την ευθύνη την έχει η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός ειδικά θα ήταν διασκεδαστική, η εξοργιστική-ανάλογα πως το βλέπει κανείς-αν το πλαίσιο της εποχής μας δεν ήταν εξαιρετικά κρίσιμο.

Προσομοιάζει, ενδεχομένως, αυτή η αντίληψη με την μέση αντίληψη ενός απολίτικου ανθρώπου σύμφωνα με την οποία όλα τα ελέγχει ο εκάστοτε που είναι »πάνω»- λες και έχουμε συνταγματική μοναρχία-αλλά πρέπει να πούμε ότι δεν έχει καμία σχέση με την διαλεκτική σχολή πρόσληψης της πραγματικότητας.

Την οποία πραγματικότητα προσπαθούν με νύχια και με δόντια να αντιστρέψουν από τον άλλον πόλο της αντιπολίτευσης: Η αμισθί τοποθέτηση της πρώην προέδρου του Αρείου Πάγου στην Νομική υπηρεσία του πρωθυπουργικού γραφείου έγινε δεκτή με εξωφρενικούς χαρακτηρισμούς: Θεσμική εκτροπή, απειλή για την δημοκρατία, μαδουρισμός κτλ.

Ασφαλώς, είναι γνωστό ότι το πήγαινε-έλα όχι συνταξιούχων, όπως είναι η κ.Θάνου, αλλά και εν ενεργεία ανώτατων δικαστικών λειτουργών σε πολιτικές θέσεις στο μεταπολιτευτικό σύστημα εξουσίας έχει καταγραφεί πολλές φορές, και σε όλες σχεδόν τις πιθανές εφαρμογές. Προς τι όλος ο ντόρος;

Ο χώρος της δικαιοσύνης μέσα σε αυτά τα δυόμιση χρόνια έχει αποδειχθεί στον πλέον σκληρό και ανέλεγκτο μηχανισμό διασφάλισης των συμφερόντων του κοινωνικοπολιτικού μπλοκ εξουσίας που ηττήθηκε τρεις φορές εκλογικά μέσα στο 2015.

Άραγε, είναι ακομμάτιστοι και αταξικοί, αποϊδεολογικοποιημένοι οι ανώτατοι λειτουργοί της δικαιοσύνης όταν αθωώνουν την Μανωλάδα, όταν κρίνουν συνταγματικά τα μνημόνια, όταν κρίνουν ότι πρέπει να επιστραφούν τα χρήματα των επίδοξων καναλαρχών, όταν αποφασίζουν ότι είναι ενάντια στο Σύνταγμα η προσπάθεια της κυβέρνησης να ελέγξει τις μαύρες λίστες των μεγαλοκαταθετών του εξωτερικού;

Λοιπόν, οι δικαστές είναι και αυτοί άνθρωποι με ιδέες και συμφέροντα, ας μην το κρύβουμε αυτό, αλλά σημασία έχει η θέση τους μέσα στην κοινωνία: Από την άποψη της εξουσίας που αισθάνονται που απολαμβάνουν, μια εξουσία που εύκολα μπορεί να εκληφθεί και σαν δικαίωμα στην αυθαιρεσία. Η αλήθεια είναι ότι οι τεράστιες μισθολογικές αυξήσεις που απήλαυσαν τα ανώτερα δικαστικά μέλη μέσα στην περασμένη δεκαετία τους ξέκοψε οριστικά από την κοινωνία.

Τους έδεσαν, όμως, με το σύστημα εξουσίας. Καταγγέλλει ο Μητσοτάκης σήμερα την κυβέρνηση επειδή ονομάζει »θεσμικό εμπόδιο» πολλές δικαστικές αποφάσεις που ναρκοθετούν το έργο της. Όμως η δικαιοσύνη δεν εξελίσσεται σε απλό θεσμικό εμπόδιο, αλλά σε οργανωμένο βραχίωνα αντιπολιτευτικού ελέγχου. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται εδώ για μια δικαστική δικτατορία.

Το κολάζ των εσωτερικών πολιτικών ειδήσεων κλείνει με έναν τραγικό τρόπο, σήμερα που μάθαμε πως μια 42 χρονη μητέρα αυτοκτόνησε, έχοντας να διαχειριστεί το γεγονός ότι παραμένει απλήρωτη εργαζόμενη εδώ και 15 μήνες. Σύμφωνα με πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου, βέβαια, η μη καταβολή μισθών δεν συνιστά βλαπτική σχέση εργασίας. Επίσης, δεν αργεί η μέρα όπου οι συγγενείς ενός αυτόχειρα θα καταβάλλει, ενδεχομένως, και αποζημίωση στην εργοδοσία για τις χαμένες ώρες εργασίας. Αρκεί κανείς να διαβάσει μια άλλη πρόσφατη απόφαση δικαστηρίου, όπου εργαζόμενος-θύμα εργατικού ατυχήματος καλείται να αποζημιώσει το αφεντικό.

Είναι σημαντικό να ιεραρχεί κανείς τα σημαντικά από τα δευτερεύοντα:

Ανεξάρτητα από το τις διάφορες εκτιμήσεις για την πορεία αυτής της κυβέρνησης, για τον κόσμο που νοιάζεται και παλεύει για την δημοκρατία και τα βασικά λαϊκά δικαιώματα, το αληθινό διακύβευμα που η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κυβερνητική δύναμη είναι το εξής: Έχει, ή δεν έχει, τελικά νόημα η ψήφος των ανθρώπων, η διεκδίκηση εκ μέρους τους μιας άλλης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας;

Από ό,τι φαίνεται οι εκλογές είναι το τελευταίο οχυρό του συστήματος: όλα τα υπόλοιπα, όλους τους θεσμούς και τους μηχανισμούς τούς ελέγχει λίγο ως πολύ. Θα τού ήταν πολύ βολικό να τις καταργήσει και αυτές, αλλά πρέπει να διατηρήσει τα προσχήματα.

Η αριστερή κυβέρνηση, λοιπόν, σύμφωνα με την αντίληψη τους είναι ένα ατύχημα που πρέπει να διορθωθεί. Και η αντίφαση είναι ότι μπορεί η κοινωνία να εξέλεξε μια αριστερή πλειοψηφία για πρώτη φορά στην Ιστορία, αλλά από πριν το σύστημα έχει βγάλει, όχι την Αριστερά, αλλά την ίδια την εργατική τάξη στην παρανομία!

 

Posted in Επικαιρότητα | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Η στέρηση της εξουσίας βγάζει τον φασισμό από μέσα τους

Posted by eamgr στο 29 Μαρτίου, 2017

Αχάριστος ο νεοναζί βουλευτής που τόλμησε να βάλει στο στόμα του τον Νίκο Μπελογιάννη, χαρακτηρίζοντας τον σφαγέα των λαών επειδή, δήθεν, διέταξε την εκτέλεση των ταγματασφαλιτών στον Μελιγαλά. Αχάριστος, επειδή αν υποθέσουμε ότι ο πολιτικός επίτροπος του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο, τότε, Μπελογιάννης είχε μια κάποια ανάμειξη με τον Μελιγαλά, αυτή θα ήταν μάλλον σωτήρια για τους ρουφιάνους μαυραγορίτες, συνεργάτες των ναζί ιδεολογικούς προγόνους του χρυσαυγίτη.

Και αυτό επειδή η αλήθεια είναι ότι τον Μελιγαλά τον φέραν σε πέρας οι κάτοικοι των τριγύρω περιοχών που είχαν τόσα υποφέρει κάτω από την λαομίσητη εξουσία των χαφιέδων των ναζί. Η αλήθεια είναι ότι το ΚΚΕ, ο ΕΛΑΣ, προσπάθησαν να προστατέψουν τους παραδομένους και εκλιπαρούντες παππούδες του Μιχαλολιάκου. Αλλά, εις μάτην: Η οργή του λαού τούς ξεπέρασε.

Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά τους χρυσαυγίτες πέρα από αγνώμονες και αδαείς: Δεν διδάσκονται από την πείρα. Δηλαδή, σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να έχουν υπόψιν πως την οργή των θυμάτων τους κανένα κόμμα, και κανένας επίτροπος δεν μπορεί να την συγκρατήσει σε πολιτικά πλαίσια. Σε διαπραγματευτικά, δηλαδή, πλαίσια.2-rivera1

Σε αυτή την εποχή ζούμε, πάντως: Όπου κρίνει τον Μπελογιάννη από την θέση του βουλευτή ένας θρασύδειλος φασίστας ο οποίος δεν είχε καν το θάρρος να παραδεχτεί ότι, ναι, στο μπράτσο του το Sieg Heil (Ζήτω η Νίκη, κατεξοχήν χιτλερικό επιφώνημα) το έκανε εν πλήρη συνειδήσει και το υποστηρίζει-αντί να ισχυρίζεται ότι ήταν μικρός και δεν ήξερε τι σημαίνει. Κρίνει τον Μπελογιάννη που αρνήθηκε να αποκηρύξει τα πολιτικά του πιστεύω, την αξιοπρέπεια του δηλαδή, ακόμα και αν το τίμημα, το ήξερε καλά, ήταν ο θάνατος.

Κρίνει, ένας υμνητής τον Χίτλερ, τον πατριωτισμό του Μπελογιάννη, ο οποίος δραπέτευσε από τις γερμανικές Αρχές-όπου τον είχε παραδώσει φυλακισμένο η μεταξική δικτατορία-για να πολεμήσει στην Εθνική Αντίσταση. Και κατόπιν με τον ΔΣΕ, κόντρα στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και στις βόμβες ναπάλμ που έσωσαν τότε την »εθνικόφρωνα» δοσίλογη παράταξη.

Είναι θλιβερό και ανησυχητικό, επιπλέον, που σε αυτή την χυδαιότητα της χρυσής αυγής εντοπίζεται και η ΝΔ, η οποία εδώ και καιρό σε ένα μεγάλο και κρίσιμο κομμάτι της κοινωνικής της βάσης ουσιαστικά συνοδοιπορεί με τους νεοναζί. σε έναν αλληλοσυμπληρούμενο ανταγωνισμό για τα πρωτεία στον χώρο της Δεξιάς.

Ας μην ξεχνάμε ότι όλα αυτά εκτυλίχθηκαν κατά την συζήτηση για την σύσταση εξεταστικής των πεπραγμένων ενός σημαίνοντος εκπροσώπου της σημιτικής περιόδου. Πέρα από αυτό, στην ίδια αυτή σημερινή διαδικασία, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ απουσίαζε. Το ίδιο και εκείνη της ΝΔ. Αντί για αυτό, η εισήγηση του αγορητή της ΝΔ, Δένδια, κινήθηκε στα γνωστά πλαίσια: Άλλα ντ’ άλλων, και προσπάθεια να ρίξει λάσπη στην κυβέρνηση, όχι για να αποδείξει ότι το κόμμα του είναι καθαρό-εξάλλου θα μπορούσε απλά να μην πάρει θέση, εφόσον η υπόθεση αφορούσε το ΠΑΣΟΚ- αλλά για να την εξομοιώσει στην δική τους βρωμιά με ανυπόστατες εικασίες, ανάγοντας τις μηνύσεις που συχνά οι ίδιοι καταθέτουν (π.χ. Μήνυση Άδωνι εις βάρος Πολάκη)…σε ήδη τελεσίδικες αποφάσεις!

Από όλα αυτά, δύο πράγματα μπορεί να συμπεράνει κανείς: Το πρώτο είναι πως στο πρόσωπο του χρυσαυγίτη βουλευτή καθρεφτίζεται ένα μεγάλο κομμάτι της αντιπολίτευσης-έτσι που τα έχουνε χαμένα και τους βγαίνει όλος ο φασισμός από μέσα τους που πέρασαν ήδη δύο χρόνια, δύο μήνες και δύο ημέρες (όπως τις μέτρησε σήμερα, σαν φυλακισμένος, ένα στέλεχος του ΠΑΣΟΚ σε άρθρο του στην Εφ.Συν) μακριά από την εξουσία και από τα αλισβερίσια.

Το άλλο είναι και θετικό, μα και αρνητικό: Το αρνητικό είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, δυστυχώς, σε αυτή την τιτάνια εθνική του προσπάθεια δεν έχει την ευκαιρία να περιμένει τίποτα το εποικοδομητικό από μια αντιπολίτευση που δεν έχει μάθει να παράγει πολιτική. Το θετικό είναι ότι μπορεί και πρέπει να κερδίσει το στοίχημα έναντι της απογοητευτικής ηγεμονικής παραίτησης-αποϊδεολογικοποίησης, και της ισοπέδωσης της λογικής του »όλοι ίδιοι είναι»-και αυτό υποδηλώνουν τόσο οι απανωτές διερευνήσεις σε δικαστικό επίπεδο χρόνιων και βαθιά επιβλαβών σκανδάλων, όσο και οι προτάσεις για την συνταγματική αναθεώρηση. Μπορεί και πρέπει να κερδίσει το στοίχημα εγγράφοντας μια αριστερή, δημοκρατική προοπτική για το μέλλον, μαζί με την αρκετά πιο σύνθετη προσπάθεια οικονομικοπαραγωγικής ανοικοδόμησης της χώρας.

Ανδρέας Μπεντεβής 

Posted in Επικαιρότητα | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

«Best practices»

Posted by eamgr στο 12 Μαρτίου, 2017

Η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων θα είναι ΑΝΤΙ-«Best practices» 

Best practice οι μνημονιακές εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα, κατά το ΔΝΤ, λοιπόν. Πάνω από το μισό εργατικό δυναμικό εργάζεται με όρους μερικής απασχόλησης. Περίπου 30% οι ανασφάλιστοι εργαζόμενοι. Ανεργία μη διαχειρίσιμη με κανένα οικονομικοπολιτικό καθεστώς. Και: Ο μη ενεργός οικονομικά πληθυσμός σταθερά μεγαλύτερος από τον ενεργό.SAMSUNG DIGITAL CAMERA

Με όρους κλασικής πολιτικής οικονομίας μια ανεργία που ξεφεύγει του 7%-8% αποτελεί στοιχειώδες όρο χρεοκοπίας. Η Ελλάδα σε κανένα επίπεδο, υπό καμία συνθήκη και με κανένα καθεστώς ή νόμισμα, δεν μπορεί να αποκτήσει την ελάχιστη αυθυπαρξία δίχως μια γενναία παραγωγική ανασυγκρότηση. Δίχως μια βάσιμη πρωτογενή συσσώρευση κεφαλαίου.

Βέβαια η Ελλάδα δεν είναι μια κανονική περίπτωση. Ειδική Οικονομική Ζώνη (ΕΟΖ) επιδιώκουν να την καταστήσουν. Το μόνο που της λείπει είναι…οι επενδυτές που θα το διεκπεραιώσουν στην πράξη, εκμεταλλευόμενοι το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και το απαραίτητο διαθέσιμο εργατικό δυναμικό. Λησμονούν, κατά τα άλλα, οι νεοφιλελεύθεροι κήρυκες ότι πουθενά στον κόσμο ιδιώτες επενδυτές δεν βοήθησαν να οικοδομηθούν εθνικές ή περιφερειακές οικονομίες, πόσο μάλλον στην εποχή μας-εποχή γενικευμένης κρίσης που είναι και κρίση αποεπένδυσης.

Υπό μια έννοια, βέβαια, η Ελλάδα είναι ήδη ΕΟΖ για ένα μεγάλο ποσοστό του εργατικού δυναμικού που είτε δεν αμείβεται, είτε υποαμοίβεται ή αμείβεται με κουπόνια. Πρόκειται για τις γκρίζες ζώνες της οικονομίας, τους κατά τα λοιπά αόρατους ανθρώπους, τα συνήθως απροστάτευτα και ανεκπροσώπητα στρώματα της εργασίας.

Όταν το πρώτο μνημόνιο χτύπησε κυρίως τους συνταξιούχους και τους δημόσιους υπαλλήλους οι ιδιωτικοί υπάλληλοι που απολάμβαναν ακόμα στοιχειώδεις συμβάσεις εργασίας νομίζανε ότι οι κρίση αφορά το Δημόσιο και ότι δεν έχει σχέση με τις δικές τους απολαβές. Δεν έβλεπαν καν τους διπλανούς τους συναδέλφους πάνω στους οποίους δοκιμάζονταν ήδη οι επερχόμενες μνημονιακές πρακτικές-που αργότερα θα αποκτούσαν και θεσμική προσταγή!

Το ΔΝΤ εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι με βάση τα γερμανικά συμφέροντα αποτελεί de facto συνδιαχειριστή της ελληνικής κρίσης. Τον απαραίτητο παγκόσμιο παράγοντα ότι αυτή η κρίση δεν μπορεί να θεωρείται με στενούς όρους ευρωπαϊκή. Εξάλλου έχει αποκτήσει παγκόσμια εμβέλεια η διαμάχη για το εάν η Ελλάδα εντοπίζεται εντός ή εκτός μιας Ευρώπης που ήδη μετασχηματίζεται και από την άποψη των ζωνών εκμετάλλευσης.

Πέρα από δείχτες με τους οποίους ένα κυρίαρχο κράτος μπορεί να επέμβει-γιατί ένα κυρίαρχο κράτος μπορεί να επέμβει ρυθμίζοντας/απαλύνοντας μειώσεις σε συντάξεις και αφορολόγητο και αυτό μπορεί να το κάνει διαμέσου του ελέγχου των τιμών ή, βασικά, με το κράτος πρόνοιας-το ζήτημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων είναι ουσιαστικά το σημαντικότερο ζήτημα της εν εξελίξει διαπραγμάτευσης.

Ό,τι θεσπίζεται δύσκολα αναιρείται. Για αυτό και αν από αυτήν την διαπραγμάτευση η κυβέρνηση κερδίσει την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων αυτό θα αποτελεί πρώτης γραμμής νίκη!

Επειδή αυτό είναι το σημείο όπου συγκρούονται πιο πολύ από όλα δύο αντιθετικοί κόσμοι: το νεοφιλελεύθερο μέτωπο, που την απαξίωση της εργασίας την ενσωματώνει σαν βασικό δομικό στοιχείο της ιδεολογικής του κυριαρχίας. Ο κόσμος της εργασίας, η Αριστερά, που η υπεράσπιση της εργασίας, η θεσμική κατοχύρωση του συλλογικού της χαρακτήρα, αποτελούν αυτονόητους όρους ύπαρξης.

Ειδικότερα στην Ελλάδα με τον αποσαθρωμένο κοινωνικό/ταξικό ιστό, με την τεράστια κρίση εκπροσώπησης, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις στην πραγματικότητα αποτελούν αναγκαίο όρο μιας γενικότερης αναδιάταξης της ταξικής διάρθρωσης και των συσχετισμών εντός αυτής-όπως και ένα σοβαρό βήμα επανασύστασης της κοινωνίας στην βάση της.

Όλα αυτά τα γνωρίζει καλά το ΔΝΤ-όπως τα γνωρίζουν και οι νεοφιλελεύθερες ευρωπαϊκές ελίτ. Γνωρίζουν, εξάλλου-και αν δεν το γνωρίζουν σίγουρα θα το συμπεραίνουν και από τις τοποθετήσεις της ΝΔ-ότι ο κόσμος της εργασίας αποτελεί την μεγάλη βάση όπου εδράζεται η κοινωνική συμμαχία που εκφράζει αυτή η κυβέρνηση. Αν θέλει να την χτυπήσει κανείς, δεν έχει παρά να χτυπήσει τα κοινωνικά στρώματα που εκπροσωπεί.

Από την εξίσωση αυτήν, πρωταρχικό μέρος της γενικότερης εξίσωσης στην οποία εμπλέκονται σταθερά ευρύτεροι παράγοντες, λείπει δυστυχώς μια μόνιμη και συγκροτημένη θεσμικά παρέμβαση από την μεριά του κόσμου της εργασίας.

Αυτόν τον ρόλο καλείται να δικαιώσει η κυβέρνηση αυτή-και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, αν τις κερδίσει, θα αναδιατάξουν τους όρους με τους οποίους παίζεται το πολιτικό παιχνίδι, καθώς και εν γένει η ίδια η κοινωνική αναπαραγωγή.

Ανδρέας  Μπεντεβής

Posted in Εργασιακά | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΣΥΡΙΖΑ: ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΙΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Posted by eamgr στο 28 Ιανουαρίου, 2017

Υπάρχουν δύο αφετηρίες από όπου μπορεί κανείς να ερμηνεύσει την πορεία των δύο χρόνων κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ: Η πρώτη είναι από την άποψη του ιδιαίτερου συμφέροντος και των επιμέρους ιδεολογικών προτύπων. Η δεύτερη είναι από την άποψη μιας όσο γίνεται αντικειμενικής μελέτης πάνω στην εξέλιξη της κρίσης ταυτότητας του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού -και της θέσης της κυβέρνησης, με ό,τι αντιπροσωπεύει, μέσα σε αυτήν ακριβώς την κρίση.workers

Όσο να ναι, αυτή η κυβέρνηση, που έσπασε πολλαπλά ταμπού με την εκλογική της νίκη-βασικά το μεταπολεμικό ταμπού ότι η Αριστερά δεν μπορεί να κυβερνήσει, αλλά και τον μεταπολιτευτικό κύκλο εναλλαγής στην εξουσία-αξίζει να ιδωθεί σε σχέση με τις προϋποθέσεις που την ανέδειξαν, και τα ιστορικά παράγωγα αυτών των όρων. Κάτι που σπάνια συμβαίνει, όσο και αν η πορεία της »πρώτης φοράς Αριστεράς» τροφοδοτεί με διαρκή εμπειρικά δεδομένα για το σύνολο των κοινωνικών αντιθέσεων. Για όποιον/α θέλει να το δει έτσι, ασφαλώς.

Το 2015 υπήρξε το έτος όπου αναδείχτηκαν τα αντικειμενικά όρια της θέσης της χώρας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και εξουσίας, τουλάχιστον ως τότε. Πολύμηνη διαπραγμάτευση. Στάση πληρωμών. Ατελέσφορη προσπάθεια να ανιχνευτούν τα περιθώρια προσέγγισης με τον έτερο ιμπεριαλιστικό πόλο (Κίνα-Ρωσία). Μετά τον Ιούλιο του 2015 χάσκει μια μεγάλη αλήθεια, που όμως έπρεπε να αποκαλυφτεί: Η Ελλάδα δεν μπορεί να απειλήσει τους δανειστές της. Η κρίση της, εξάλλου, αποτελεί ένα κομμάτι των ανταγωνισμών τους ακριβώς. Η θέση της στον χάρτη, σε μια περιοχή ευρύτερων αποσταθεροποιητικών εξελίξεων, παράγει δύο δεδομένα: την καθιστά εξαιρετικά ανασφαλή-αλλά και κομβική. Η κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε όσο μπορούσε αυτόν τον δεύτερο παράγοντα. Η έκτοτε στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, αναπόφευκτα αλλά ορθά, προσεγγίζει μια βήμα το βήμα προσπάθεια βελτίωσης της διαπραγματευτικής θέσης της χώρας, χρησιμοποιώντας τα παράγωγα της πρώτης σύγκρουσης, έστω και της ήττας εκείνης. Κι είναι ένα ζήτημα πολύ δύσκολο αν τα καταφέρνει, έστω και έτσι.

Λέγεται συχνά ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος αντεστράφη. Τίποτα, όμως, στην πολιτική, και στην ταξική πάλη, ακόμα, δεν είναι πάντα εκείνο που φαίνεται με γυμνό μάτι: Στην πραγματικότητα το δημοψήφισμα ενέταξε ξανά στον παγκόσμιο χάρτη το έθνος-κράτος μας -που ήταν ξεγραμμένο σαν τέτοιο- έβαλε τον ελληνικό λαό στο προσκήνιο της πάλης όλων των λαών, ενίσχυσε τις προϋποθέσεις ευρύτερων πολιτικών συμμαχιών στην Ευρώπη ώστε να αλλάξουν οι συσχετισμοί εντός της, τέλος, προκάλεσαν ένα βαθύ ρήγμα στην γερμανική ηγεμονία.

puzzle-europe-810x529Οι όροι, όμως- τόσο οι εξωτερικοί, όσο και οι εσωτερικοί- της μνημονιακής υπαγωγής, της χρεοκοπίας, ουσιαστικά, της Ελλάδας δεν μπορούσαν και δεν μπορούν να αρθούν με μια πολιτική απόφαση. Επειδή δεν είναι θέμα μιας απόφασης, αλλά μια πολυπαραγοντική συνάρτηση τόσο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών που προχωράνε καθιστώντας τον κόσμο περιφέρεια των επιμέρους στρατοπέδων του, όσο, ασφαλώς, της διάρθρωσης του εγχώριου συστήματος, του εξαρτησιακού του χαρακτήρα.

Ως προς αυτό: Σπάνια αναδεικνύονται οι αληθινοί κρισιακοί όροι που οδήγησαν στο μνημόνιο. Ισχύει, ασφαλώς,ως ένα σημείο, ότι ένα πρόβλημα ιδιωτικού τραπεζικού χρέους μεταμορφώθηκε σε πρόβλημα δημόσιου χρέους. Ισχύει ότι τα παράγωγα της κρίσης του υπερδιογκωμένου χρηματοπιστωτικού τομέα επιτίθενται με λύσσα τις οικονομίες του πλανήτη, στα πλαίσια των δικών τους αδιεξόδων. Αλλά μια συνεπής ταξική ανάλυση δεν μπορεί να αρκείται σε καταγγελίες. Επειδή, πολύ απλά, η αντιστροφή αυτής της πορείας πραγμάτων δεν σχετίζεται σε τίποτα με τους όρους που αυτή ακριβώς η χρηματοπιστωτική εξουσία προσάρμοσε/αλλοτρίωσε τις κοινωνίες: Απαιτεί μια συνολική πρόταση για τις παραγωγικές δυνάμεις/σχέσεις και την ταξική διάρθρωση της κοινωνίας. Τις βαθιές μετατροπές που απαιτεί ο σοσιαλισμός και στα δύο αυτά επίπεδα.

Καμία δύναμη της Αριστεράς-πέρα από την αγωνιστικότητα ή την εντιμότητα τους- δεν προσεγγίζει στο ελάχιστο αυτά τα ζητήματα. Δίνουν την εντύπωση ότι αρκεί να παράγει ο καπιταλισμός και εμείς να μοιράζουμε δίκαια. Λίγο, η ως πολύ, ότι το ζήτημα του χρέους είναι ένα νομικό, ή τεχνικό ζήτημα. Ότι μπορεί, με έναν μαγικό τρόπο, η χώρα και να γίνει μια σοσιαλιστική νησίδα στον κόσμο, και παράλληλα να μην αλλάξει τίποτα σε σχέση με το εγχώριο βιοτικό επίπεδο, ή αναφορικά με τις γεωπολιτικές συνθήκες τριγύρω της. Εκτός από την Αριστερά λείπει, όχι μόνον εδώ, αλλά σε διεθνές επίπεδο, η άμεση υλική δύναμη, οι τάξεις των εργαζομένων δηλαδή, που να τροφοδοτήσουν με θετικές λύσεις αυτό το πρόβλημα.aristera-400x250

Εξάλλου, η κοινωνία θυμάται την Αριστερά μόνο όταν κινδυνεύει. Αυτή είναι η μοίρα της Αριστεράς και η κοινωνική, η πολιτική της καταγωγή! Και έτσι έχουμε ένα κόμμα της Αριστεράς στην θέση της ιστορικής ευθύνης σε μια εξαιρετικά δύσκολη και οριακή στιγμή της νεοελληνικής ιστορίας. Ένα κόμμα που επιχειρεί, με αντιφάσεις, λάθη, αδυναμίες ενδεχομένως, να απαντήσει σε ένα κάρο προβλήματα και αδιέξοδα που έχουν συσσωρευτεί στον προβληματικό νεοελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Στον οποίο, ας το έχουμε αυτό υπόψιν μας, ουσιαστικά δεν υπάρχει ούτε εθνική αστική τάξη για να συμμαχήσεις, ούτε συγκροτημένη εργατική τάξη με συνείδηση και χτισμένες οργανωτικές δομές που να την εκφράζουν. Στον οποίο, ας μην το ξεχνάμε, μέχρι πριν από μόλις 7-8 χρόνια εκδηλωνόταν σε ποσοστά 85%-90% η συναίνεση στο αφήγημα για την »ισχυρή Ελλάδα του ευρώ-την Ελλάδα ηγεμόνα των Βαλκανίων».

Υπάρχει, ακόμα, μια πελώρια μεσαία τάξη, η παραδοσιακά συντηρητική και αντιδραστική τάξη-σύμμαχος της άρχουσας τάξης και υλική δύναμη του μεταπολιτευτικού συστήματος -η οποία, και αν ακόμα συρρικνώθηκε κατά το 1/3 της, εξακολουθεί να κάνει πολύ φασαρία, να καθορίζει τον δημόσιο λόγο και να κάνει τις δικές της ανάγκες να παρουσιάζονται σαν συνολικές προτεραιότητες. Για να μην επεκταθούμε πολύ, αρκεί ίσως να παρατεθούν ορισμένα στοιχεία ως προς αυτό: Εκτός από την παρασιτική άρχουσα τάξη, επί 20 χρόνια και πλέον στην Ελλάδα η κατανάλωση αντιστοιχούσε στο 70% του ΑΕΠ-σε αντίθεση με την παραγωγή που αντιστοιχούσε στο 30%.

Ακριβώς αυτό το μοντέλο χρεοκόπησε εις βάρος του κόσμου της παραγωγικής εργασίας. Στις κοινωνίες του »νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονισμού», στις κοινωνίες των 2/3, οι κυρίαρχες ταξικές συμμαχίες δεν έζησαν-και ζουν ακόμα, περιορισμένες απλώς στο 1/3, ποσοστό που αποτυπώθηκε καθαρά στο δημοψήφισμα-δεν έζησαν, λοιπόν, απλώς εις βάρος των χαμηλότερων στρωμάτων-διαμορφώνοντας στα μέτρα τους το σύνολο των τιμών, των αναγκών, των προτεραιοτήτων σε ολόκληρο το φάσμα της κοινωνικής οργάνωσης-στην πραγματικότητα έχουν ήδη υποθηκεύσει το μέλλον για τις ερχόμενες τρεις γενιές!

Ένα τέτοιο παρασιτικό μοντέλο δεν μπορεί να εκπροσωπεί μια σοβαρή χώρα. Είτε με ευρώ, είτε με εθνικό νόμισμα. Και σίγουρα όχι μια σοσιαλιστική χώρα. Η αναλογία 70% κατανάλωση-30% παραγωγή είναι μια αναλογία που εκφράζει μαι χώρα-φούσκα. Και οι μνημονιακές επιταγές αναφέρονται στην αντιστροφή αυτού του κλάσματος. Η αντιστροφή αυτή, από το 2009 μέχρι το 2014 σαν μνημονιακή πολιτική επιλέχτηκε να γίνει με μια ανεπανάληπτη για χώρα σε συνθήκες ειρήνης συρρίκνωση του ΑΕΠ εις βάρος των χαμηλών στρωμάτων, εις βάρος της παραγωγικής εργασίας, εις βάρος του δημόσιου χώρου. Αυτή υπήρξε η ιστορία των κυβερνήσεων από τον ΓΑΠ μέχρι και τον Σαμαρά.

Υπάρχουν πολλά παραδείγματα για να αντιληφθεί κανείς ότι ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να προχωρήσει αυτήν την προσαρμογή κι αντιστροφή του κλάσματος, αλλά αυτήν την φορά εις βάρος των στρωμάτων που έμειναν ανέγγιχτα-ακριβώς εκείνα τα στρώματα που ευθύνονται περισσότερο για την χρεοκοπία της χώρας. Τα υψηλά μεσοστρώματα και προς τα πάνω. Ο ΣΕΒ χαρακτήρισε, όχι άδικα, τον προϋπολογισμό του 2017 ως τον πιο ταξικό προϋπολογισμό στην νεοελληνική ιστορία (αυτό φαίνεται είναι σωστό, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Μητσοτάκης χαρακτηρίζει παρομοίως αυτήν την κυβέρνηση σαν τη χειρότερη που υπήρξε-μιλάει ασφαλώς για την τάξη του).

Οπωσδήποτε η βελτίωση της αξιακής θέσης του κόσμου της εργασίας δεν είναι μια εύκολη υπόθεση σε συνθήκες όπου δεν είναι εφικτή μια σοβαρή πρωτογενής συσσώρευση κεφαλαίου. Αλλά είναι πάντα και υπό όλες τις συνθήκες, μια μακρόχρονη διαδικασία έτσι και αλλιώς στην αντιθετική ενότητα κεφάλαιο-εργασία, να αναδειχτεί κυρίαρχος ο πόλος της εργασίας. Η επαναθεμελίωση των συλλογικών συμβάσεων θα είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό βήμα. Το ζήτημα του γενικού μισθού, όμως, δεν λύνεται σύντομα, και εξάλλου άπτεται μιας γενικότερης αναπροσαρμογής του αναλογιών ανάμεσα στον ανώτερο και στον κατώτερο μισθό, στις καταναλωτικές συνήθειες, και στις τιμές των εμπορευμάτων, ακόμα, φυσικά και της ανταποδοτικότητας του δημόσιου τομέα, τον δωρεάν χαρακτήρα του.53.jpg

Όχι, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν προχωρά προς τον σοσιαλισμό. Δεν περιμένουμε κάτι τέτοιο, με αυτήν ταξική διάρθρωση, με αυτές τις ελλειμματικές στο μέσο επίπεδο πολιτικής αντίληψης και οργάνωσης, σε αυτήν την αστική δημοκρατία. Προσπαθεί να αντιστρέψει τους όρους της μνημονιακής υπαγωγής, ίσως θα έλεγε κανείς, με όχι και τόσο επιθετικούς όρους όσο θα έπρεπε εις βάρος των ανώτερων μεσοστρωμάτων-αλλά ας έχουμε υπόψιν ότι δεν έχει και κανέναν σύμμαχο ως προς αυτό, ακόμα και η Αριστερά τον πολεμά διαρκώς!

Ο ΣΥΡΙΖΑ, εντούτοις, πρέπει να προσανατολιστεί περισσότερο στην παραγωγική αναδόμηση της χώρας, παράλληλα με την εξάρθρωση του παρασιτισμού και την σεισάχθεια εις βάρος της αστικής τάξης και των συμμαχικών της στρωμάτων. 80 δις έχουν φάει μόνο από το ΕΣΥ! Σε δεκάδες δις ευρώ, ακόμα, υπολογίζονται οι μαύρες καταθέσεις στο εξωτερικό. Τα ΜΜΕ, τα θαλασσοδάνεια, ακόμα, τα τρίγωνα της διαπλοκής-σε όλα αυτά τα αμαρτωλά σημεία η κυβέρνηση έχει ήδη ξεκινήσει την μάχη ώστε να κοινωνικοποιήσει για λογαριασμό του ελληνικού λαού τα απολεσθέντα κεφάλαια-την χαμένη του δικαιοσύνη.

Και είναι γεγονός ότι μπορεί και πρέπει να ολοκληρώσει όλες τις πτυχές των προσπαθειών της. Το ηθικό της πλεονέκτημα παραμένει: Επί δυο χρόνια οι εχθροί της-οι πολλαπλοί, όσο ποτέ άλλοτε δεν συνέβη με μια κυβέρνηση-την ξεψαχνίζουν από πάνω μέχρι κάτω, αλλά ίχνος βρωμιάς δεν μπορούν να της προσάψουν. Σε αντίθεση με τις δικές τους βρωμιές που βγαίνουν στο φως με καταιγιστικό ρυθμό. Και βγαίνουν επειδή η κάθε προσπάθεια εξυγίανσης του δημόσιου τομέα γίνεται ακριβώς μόνο ξηλώνοντας το παρασιτικό πλέγμα που τον είχε καταστήσει λάφυρο του. Για αυτό και θέλει τον χρόνο της η προσπάθεια.

Θαύματα δεν μπορεί να κάνει η κυβέρνηση, αλλά το παλεύει, και εν πάση περιπτώσει, έστω και επειδή έχει ισοπεδώσει τους μεταπολιτευτικούς όρους εναλλαγής στην διαχείριση της εξουσίας-έχει προχωρήσει την Ιστορία ένα βήμα μπροστά. Και παράγει, είπαμε και στην αρχή, πολλά συμπεράσματα για τις κοινωνικές αντιθέσεις σαν Αριστερά που δεν καταγγέλλει από την σιγουριά της αντιπολίτευσης, αλλά χρεώθηκε την ευθύνη από την θέση της διαχείρισης.

Από αυτήν την άποψη δεν ζούμε μόνο σε κρίσιμους καιρούς για την Αριστερά-όπως αρέσκονται καταστροφικά να αναφέρονται στον ΣΥΡΙΖΑ οι εξ αριστερών επικριτές τους-αλλά μπροστά σε μια μεγάλη ευκαιρία που γίνεται ήδη Ιστορία σε σχέση με την αληθινή ταξική πάλη των αληθινών ταξικών αντιθέσεων. Και αξίζει να υποστηρίξει προωθητικά κανείς την κυβέρνηση σε αυτήν την υπόθεση, πιο πολύ από ποτέ όσο περνά ο καιρός, ενάντια σε όλους τους εχθρούς της.

Και ενάντια σε όλα τα εγχώρια και διεθνή κέντρα που την υπονομεύουν λογαριάζοντας την σαν μια ιστορική, και παγκόσμια, ακόμα, παραφωνία. Ιδιαίτερα καθώς η παγκόσμια κρίση διαμορφώνει νέους ανταγωνιστικούς όρους, ακόμα πιο επιθετικούς, σε ιδεολογικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, όρους που αναπόφευκτα καθιστούν εξαιρετικά σύνθετο το τοπίο στην Ευρώπη και στον κόσμο-και ακόμα πιο επισφαλή την θέση της Ελλάδας σε αυτόν.

Ανδρέας Μπεντεβής

 

Posted in Αναλύσεις, Επικαιρότητα | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Πρόεδρος Τράμπ: Τα αδιέξοδα της κρίσης ωρίμασαν-και σάπισαν

Posted by eamgr στο 10 Νοέμβριος, 2016

Η επικράτηση του φαινομένου Τράμπ οριοθετεί την εποχή μας, κυρίως σε σχέση με την ίδια την εμφάνιση του, την κοινωνική του βάση, και την ανάπτυξη του στα πλαίσια της φανερά πολύπλευρης και αδιέξοδης κρισιακής εξέλιξης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.160718-trump-blames-obama-feature

Σήμερα φτάσαμε στο ιστορικό σημείο όπου φαίνεται να κλείνει ένας κύκλος που άνοιξε το 1989 με την νεοφιλελεύθερη κεφαλαιοκρατική επανένωση του κόσμου. Ένα σημείο αντιδραστικής αμφισβήτησης του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελευθερισμού, παράλληλα με την χρεοκοπία τόσο των οικονομικών του υποσχέσεων, όσο και των ιδεολογικών του αιχμών για τα ατομικά δικαιώματα, τα οποία ανέδειξε μάλιστα στην εμπροσθοφυλακή της αντιπαράθεσης του με τον σοσιαλισμό! Το γεγονός ότι φτάσαμε σε αυτό το σημείο, αλλά την απάντηση προσπαθούν να δώσουν νέες ακραίες συντηρητικές δυνάμεις αποτελεί μια τεράστια πρόκληση για την Αριστερά παγκοσμίως.

Η εκλογή Τράμπ είναι ο επόμενος, κεντρικός, κρίκος στην αλυσίδα του Brexit-με το οποίο μοιάζει τουλάχιστον ως προς την επίφαση της ψήφου ενάντια σε ένα συγκεκριμένο κατεστημένο-και της ανάδειξης του νεοφασισμού σε πολιτικό διαχειριστή της κρίσης στην Ευρώπη. Κοινό σημείο αυτών των επεισοδίων αποτελεί το γεγονός ότι αυτή την πορεία την καθοδηγούν κομμάτια των αστικών τάξεων με την συμμαχία μεσοστρωμάτων και-το πιο σημαντικό-διευρυμένων κομματιών της εργατικής τάξης. Αποκλεισμένης, ή και ενσωματωμένης.

Η ταξική και ιδεολογική βάση του νεοφασισμού

 Παράλληλα με την ανάλυση των σημαινομένων του φαινομένου Τράμπ στο ιδεολογικό εποικοδόμημα της Αμερικής και του κόσμου πιο σημαντική κρίνεται η εξέταση των ταξικών/κοινωνικών χαρακτηριστικών που ανέδειξε. 

Είναι συντριπτικά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της εκλογικής του επιρροής: λευκοί, μεσαίας και κατώτερης μόρφωσης και οικονομικής θέσης Αμερικάνοι, λευκά εργατικά στρώματα και άνεργοι, μικρή ιδιοκτησία των μικρών πόλεων. Είναι εξίσου ενδεικτικό ότι η υπεροχή της Κλίντον σε κοινωνικές ομάδες όπως η παραδοσιακή βιομηχανική εργατική τάξη, οι ισπανόφωνοι, οι αφροαμερικάνοι και οι ασιάτες Αμερικάνοι αποδείχθηκε ψαλιδισμένη σε σχέση με την συνηθισμένη δυναμικών των Δημοκρατικών. Και το πιο παράδοξο είναι ότι αυτή η δυναμική, σε αυτά ακριβώς τα πιο καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα, είναι που της έδωσαν την νίκη εις βάρος του Σάντερς-του οποίου ο ριζοσπαστικός λόγος, σε μια ακόμα αρνητική παραδοξότητα της εποχής, υστέρησε εκεί που θα έπρεπε κανονικά να είναι σαρωτικός.

Ακόμα και αν δεν κέρδιζε ο Τράμπ, η όλη του εμφάνιση και η εκλογική του βάση αναδεικνύουν βασικά ότι η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση στην εξαιρετικά οριακή της κρισιακή φάση σπρώχνει κρίσιμες κοινωνικές μάζες προς την εθνικιστική αναδίπλωση, και σε έναν νέου τύπου συντηρητισμό, που χτίζει ηγεμονίες υπερφαλλαγγίζοντας την απέχθεια έναντι του πανίσχυρου χρηματοπιστωτικού συστήματος και συνάμα αυτές τις ίδιες τις προοδευτικές κατακτήσεις της κοινωνίας που εκείνο ακριβώς εχθρεύεται και καταργεί.

Με λίγα λόγια ο αποκοινωνικοποιημένος, αποϊδεολογικοποιημένος άνθρωπος των νεοφιλελεύθερων κεφαλαιοκρατικών κοινωνιών, εξωθημένος από την καθολική τους κρίση ανοίγει την πόρτα…και δεν μπορεί παρά να πέσει πάνω σε έναν Τράμπ. Και αυτό, δυστυχώς, αποκτά πλέον διαταξική και διαφυλετική χροιά. Το φαινόμενο Τράμπ δεν αφορά την Αμερική, ούτε και εμφιλοχωρεί σε αυτήν μονάχα. Αποτελεί την πιο ωμή απαίτηση ενός κομματιού της κοινωνίας να καταργηθούν όλες οι προοδευτικές αντιθέσεις του έθνους κράτους, όπως αυτές κατακτήθηκαν από την ανθρωπότητα στην ιστορική της πορεία, και να αντικατασταθούν από εξατομικευμένους ιδιώτες ή αυθαίρετες επιμέρους συντηρητικές ομαδοποιήσεις, με ακραία επιθετικό προσδιορισμό. Άλλοτε οριοθετημένων με βάση την τάξη, άλλοτε με βάση την γεωγραφική καταγωγή, άλλοτε με βάση το χρώμα του δέρματος. Ή, ακόμα και πέρα από αυτά. Τα πρωτεία, εξάλλου, τα κρατά το ύψος του τραπεζικού λογαριασμού.

Αυτός είναι ο ναζισμός της νέας εποχής: Διαφέρει από τον χιτλερισμό, στον βαθμό που ο πυρήνας του ναζισμού αφορούσε σε έναν εξουσιαστικό συγκεντρωτισμό με επίκεντρο το κράτος. Ο σημερινός ναζισμός συνδέεται με τον ολοκληρωτισμό των νεοφιλελεύθερων αξιών. Με βάση αυτές το κράτος πρέπει να απολέσει και τις ύστατες αναδιανεμητικές του μορφές. Την ιδεολογική του ισχύ, σαν σύνολο αντιτιθέμενων τάξεων. Η καταστολή και ο φανατισμός των ηλιθίων είναι η νέα ιδεολογία. Ο λαϊκισμός, η βαθιά αποδιάρθρωση της γνώσης και η επικέντρωση στα πιο ζωώδη από τα ένστικτα των μαζών τα απλά, καθημερινά του εργαλεία.

Αυτό αντιστοιχεί σε πολιτικό επίπεδο στο φαινόμενο ότι οι δισεκατομμυριούχοι βγάζουν από την άκρη όχι απλά τους παραδοσιακούς πολιτικούς, μα την ίδια την πολιτική, σαν παρωχημένα και αποτυχημένα μοντέλα διαχείρισης της κοινωνίας των ιδιωτών. Που ένα κομμάτι της πλέον διεκδικεί να αυτοκαταργηθεί, ακόμα και σαν τέτοια. Για ποιον λόγο μία πλούσια πολιτεία να συνυπάρχει με μία φτωχή; Για ποιον λόγο να συνυπάρχουν οι αστοί με τους προλετάριους, όταν πλέον οι πρώτοι αναπαράγονται σαν τάξη και δίχως την εκμετάλλευση της εργασίας; Η εργασία και οι φορείς της τείνουν όχι απλά να είναι άχρηστοι αναφορικά με την αναπαραγωγή του συστήματος, αλλά ουσιαστικά και περιττοί σαν τάξη. Δεν υπάρχει λόγος να μοιράζονται το ίδιο έδαφος, την ίδια σημαία με τους πλούσιους, ακριβώς όπως δεν πρέπει να μοιράζονται όχι τα δικά τους νοσοκομεία, αλλά ούτε καν άλλα, κρατικά, με »δημόσιο» χρήμα.

Αυτά είναι τα πολιτικά συμφραζόμενα του φαινομένου Τράμπ. Το περιεχόμενο τους είναι ενεργό, θα ήταν ενεργό ακόμα και αν έχανε στις εκλογές. Και είναι ενεργό ανεξάρτητα αν καταφέρει να εκδηλώσει αυτό το περιεχόμενο κατά την διάρκεια της προεδρίας του.

 Απομονωτισμός,-ή μια βαθύτερη περιφερειοποίηση του κόσμου;

Τόσο το φαινόμενο Τράμπ όσο και οι δημοκρατικές αντιστάσεις σε αυτό θα έχουν αντικειμενική την επιρροή τους σε όλον τον δυτικό κόσμο. Και όχι μόνο έμμεσα, μια και η αμερικάνικη εξωτερική πολιτική αναφέρεται σε μια σειρά από κρίσιμες μάχες, νομισματικές, εμπορικές, πολεμικές σε όλες σχεδόν τις ηπείρους. Και με hot spot την δική μας γειτονιά.

Ο Τράμπ υποσχέθηκε στους Αμερικάνους αναδίπλωση και απομονωτισμό. Αλλά, αυτό αφορά περισσότερο την δήθεν μάχη που θα δώσει για να προστατεύσει την εργατική τάξη των ΗΠΑ από τις συνέπειες της πλήρους απελευθέρωσης του Κεφαλαίου. Ως προς την εξωτερική του πολιτική ο Τραμπ μάλλον αντιπροσωπεύει περισσότερο το κλασικά ρεπουμπλικάνικο δόγμα της defacto ύπαρξης αλλεπάλληλων διαφοροποιημένων οικονομικών και πολιτιστικών ζωνών στον πλανήτη-με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε σχέση με την αντιμετώπιση προβλημάτων που μπορεί κομμάτια από αυτό το σώμα να προκαλέσουν στην αμερικάνικη ηγεμονία.

Υπό αυτή την έννοια είναι ακόμα ένα βήμα πιο μπροστά από την »αμερικανοποίηση» του κόσμου με νεοφιλελεύθερο μανδύα-και με υποκινημένες αποσταθεροποιήσεις όπου χρειαστεί- στρατηγική με βάση την οποία οι Δημοκρατικοί διεκδίκησαν να διευρύνουν την ηγεμονία των ΗΠΑ στον κόσμο από την περίοδο Κλίντον, με παράδειγμα ως προς τις αντιτιθέμενες αυτές στρατηγικές τα πεπραγμένα της ενδιάμεσης περιόδου Μπους (που, ας το έχουμε υπόψιν, κι εκείνος είχε εκλεγεί πρόεδρος πάνω στην βάση του απομονωτισμού!).

Είπε κάποια στιγμή ότι θα σκουπίσει τον ISIS μέσα σε ένα μικρό διάστημα, »με έναν τρόπο που δεν θα σας αποκαλύψω ακόμα». Πέρα από αυτό, ακόμα και αν ο Τράμπ ολοφάνερα δεν απολάμβανε προεκλογικά την στήριξη του στρατο-βιομηχανικού συμπλέγματος, δεν μπορούμε να είμαστε καθόλου σίγουροι ότι αυτό δεν θα επιχειρήσει να τον εντάξει στην διαδρομή των συμφερόντων του, του πραγματικού κόμματος που κάνει κουμάντο στην Αμερικάνικη εξωτερική πολιτική, του »Κόμματος του Πολέμου». Υπάρχουν πολλές δυνατότητες να σύρουν τον Τραμπ σε καταστάσεις που δεν θα το περίμενε και ο ίδιος. Αν δεν το θελήσει, και αν δεν το περιμένει ήδη, ασφαλώς. Τόσο εκείνοι, όσο και οι διεθνείς ανταγωνιστές των ΗΠΑ.

Από αυτή την άποψη, ακόμα και αν πρόκειται και για μια ενδοαστική αντιπαράθεση, αυτή παραμένει εξαιρετικά επικίνδυνη έτσι και αλλιώς.Το ίδιο το οικονομικό πρόγραμμα του Τράμπ είναι ένα ετερόκλητο ταξικό μείγμα, στο οποίο το τεράστιο στρατο-βιομηχανικό σύμπλεγμα υποτίθεται ότι πρέπει να παραμεριστεί: Θέλοντας να υπερασπιστεί το κομμάτι της αστικής τάξης που εκπροσωπεί και τον στήριξε, θέλοντας να φανεί συνεπής προς την εκλογική του βάση-στην οποία υποσχέθηκε νέες θέσεις εργασίας στον τομέα των υποδομών-, παράλληλα υπόσχεται σκληρό μονεταρισμό, ελάφρυνση της φορολόγησης για τις επιχειρήσεις, με άρση της χαλαρής ομολογιακής πολιτικής Ομπάμα η οποία αρκετά τρις δολάρια στην αγορά, και με αναίρεση-αυτό είναι το πιο φιλόδοξο και πιο περίεργο- όχι μόνο των νατοϊκών υποχρεώσεων των ΗΠΑ στην Ευρώπη, ή την όλη στρατηγική επωμισμού της στρατιωτικοποίησης του Ειρηνικού, αλλά και υπονοώντας σε ανύποπτο χρόνο την ολική επαναδιαπραγμάτευση της εξυπηρέτησης του ίδιου του χρέους τους προς την Κίνα!

Ώριμη η κατάσταση, επιτακτικά τα καθήκοντα-αριστερό κενό

Τα αδιέξοδα του συστήματος ωρίμασαν και σάπισαν-αλλά ας μην μας πιάνει η απόγνωση. Τα 13 εκ. ψηφοφόρων του Σάντερς αποτελούν μια εξαιρετικά δυναμική μάζα που μπορεί να εμβρυουλκήσει ένα νέο δημοκρατικό κίνημα στις ΗΠΑ-ήδη έχει ξεκινήσει την πορεία του, με σαφή πολιτικά και ταξικά χαρακτηριστικά. Η ορθή στάση του Σάντερς να στηρίξει επίσημα και θετικά την Κλίντον, εξάλλου, δεν την εξώθησε μόνο στην υιοθέτηση ενός μεγάλου μέρους του δικού του προγράμματος, αλλά είναι σε θέση να καταστήσει την όλη του παρακαταθήκη σε εξαιρετικά σοβαρό παράγοντα των εξελίξεων στο ίδιο το Δημοκρατικό κόμμα, ή σε ένα νέο πολιτικό σχηματισμό.

Από την μητρόπολη του κεφαλαιοκρατικού κόσμο έρχονται μηνύματα πόλωσης και όξυνσης των ταξικών/κοινωνικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών. Υπό αρνητικό πρόσημο, όμως όλα είναι ανοιχτά-αρκεί να συγκροτηθεί μια νέα αριστερή θεωρία που να ξεπεράσει ιδεολογικά τον νεοφιλελευθερισμό και τον τύπο ανθρώπου και κοινωνιών που έχει χτίσει.

Εδώ ακριβώς είναι που μια σειρά από ερωτήματα αναδεικνύονται σε σχέση με το κενό της αριστερής θεωρίας, που εντοπίζεται παντού στον κόσμο, να απαντήσει στα ιδιαίτερα ταξικά χαρακτηριστικά όπως εμφανίζονται στις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες. Κενό που εξελίσσεται τάχιστα σε κενό ερμηνείας και αντιμετώπισης της ανόδου της λαϊκιστικής ακροδεξιάς και επιρροής της στην εργατική τάξη σε μια σειρά από μητροπολιτικές κεφαλαιοκρατικές κοινωνίες.

Ουσιαστικά σήμερα ο νεο-εθνικισμός αναδεικνύει άθελα του ένα ζήτημα που απασχόλησε καίρια το διεθνές επαναστατικό κίνημα πριν από έναν αιώνα, και που σήμερα, ενώ είναι κομβικό όσο ποτέ, φαίνεται να μην απασχολεί την Αριστερά: Είναι εφικτό, βιώσιμο και θεμιτό το σπάσιμο της αλυσίδας του διεθνούς καταμερισμού εργασίας από ένα κράτος, ή από έναν συνασπισμό κρατών; Και ακόμα, ύστερα από την ιστορική πορεία προς την παγκοσμιοποίηση, συναρμόζει με μία σύγχρονη αριστερή θεωρία να  αρνείται την ιστορική της διάσταση σαν βήμα της ανθρωπότητας, έστω και σαν κομμάτι της ανάπτυξης του κεφαλαίου; Από άποψη μαρξικής διαλεκτικής η άρνηση των βημάτων της ιστορίας είναι απαράδεκτη και ανεδαφική. Τις αντιθέσεις που υπάρχουν δεν μπορείς να τις αγνοήσεις, όπως δεν μπορείς να αγνοήσεις ένα ολόκληρο ιστορικό στάδιο: Μπορείς και πρέπει να ξεπεράσεις το στάδιο με τις αντιθέσεις του-λύνοντας τες σε ένα ανώτερο θετικό επίπεδο

Παγκοσμιοποίηση ή επιστροφή στο έθνος κράτος;

%ce%b7%cf%80%ce%b1

 Αρκετοί αναλυτές εντοπίζουν την κύρια αντίφαση της εποχής ανάμεσα στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό και στον εθνοκεντρισμό. Ουσιαστικά, για την ακρίβεια, η βασική αντίθεση εντοπίζεται ανάμεσα στην τεράστια ισχύ των χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων εις βάρος των εθνών-κρατών. Επειδή η Αριστερά αντιλαμβάνεται-και όντως είναι έτσι-τεράστιο το έργο της υπέρβασης αυτών των αντιθέσεων με εγκολπωμένο το ιστορικό στάδιο της παγκοσμοποίησης που έχει στο μεταξύ οικοδομήσει ο καπιταλισμός, είτε δεν έχει σαφή άποψη για αυτήν την αντίθεση, είτε, ένα κομμάτι της, προτιμά να θεωρήσει προοδευτική λύση…την επιστροφή στον απομονωτισμό. Δίχως, όμως, ουσιαστικά να τον επεξεργάζεται ούτε σαν πιθανότητα, ούτε σαν δυνατότητα. Και δίχως να προβληματίζεται που την ίδια στρατηγική ακολουθεί και η Ακροδεξιά.

Ήδη από τις απαρχές της, από το ξέσπασμα της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατικής κρίσης, οι ελάχιστες οξυδερκείς μαρξιστικές τοποθετήσεις είχανε επισημάνει πως το σύστημα κλυδωνίζεται από ανεπίλυτα αδιέξοδα και αντιθέσεις δομικού, παγκόσμιου και ιστορικού χαρακτήρα. Που μπορούν να οδηγήσουν είτε σε ξεπέρασμα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης από σοσιαλιστική σκοπιά-αλλά με αναγκαστικά διεθνές πρόσημο και εμβέλεια-είτε σε αποκλειστικά συντηρητική, εθνικιστική αναδίπλωση.

Οπωσδήποτε η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, είναι ένα νέο ιστορικό στάδιο πρωτοφανούς ανάπτυξης των τάσεων του ελεύθερου εμπορίου, της τεχνολογίας καθώς και εν γένει κοινωνικοποίησης της παραγωγής. Εκ των πραγμάτων έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με το παραδοσιακό πυρηνικό έθνος-κράτος και τον κορπορατικό καπιταλισμό. Η πραγματικότητα της, υπό αυτόν το εξουσιαστικό συσχετισμό, βρίσκεται, και αυτό είναι το σημαντικότερο, σε πλήρη δομική αντίθεση με τις αναγκαίοτητες της ανθρωπότητας και του περιβάλλοντος. Είναι άλλο πράγμα όμως η πραγματικότητα της, και άλλο οι δυνατότητες της. Επιπλέον, είναι ένα ιστορικό στάδιο που δεν μπορούμε να διαγράψουμε-χρειάζεται να κάνουμε το πιο δύσκολο: Να ξεπεράσουμε τον ανισόμετρο του χαρακτήρα.

Νέες κοινωνικές σχέσεις, μα και απαραίτητα νέα οικοδόμηση του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας και κατανάλωσης θα χρειαστούν για αυτό.

 Πλέον ο κόσμος μας αποτελεί μια τεράστια ιμπεριαλιστική περιφέρεια, με μία εξαιρετικά ανισόρροπη κατανομή των λαών στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, κατανάλωσης και, τελικά, εξουσίας. Οι κυρίαρχοι κεφαλαιοκρατικοί σχηματισμοί, με τα ιδιαίτερα σκοταδιστικά τους χαρακτηριστικά ο καθένας, ξεκινώντας από τις ΗΠΑ και περνώντας στην Ευρώπη μέχρι τον άξονα Κίνας-Ρωσίας, αυτήν ακριβώς την ανισόρροπη κατανομή προσπαθούν να διαχειριστούν παράλληλα με τους δικούς τους ανταγωνισμούς.

Συγκροτείται ένα εξαιρετικά δυσχερές και δίχως ιστορικό προηγούμενο πλαίσιο, με τα 2/3 του παγκόσμιου πληθυσμού πέρα από τον ουσιαστικό καταμερισμό εργασίας και κατανάλωσης. Και με αντίστοιχα γκετοποιημένα τμήματα της εργατικής τάξης και των ανέργων εντός του δυτικού κόσμου. Αυτός ο τερατώδης διεθνής και επιμέρους συσχετισμός εξυπηρετείται ουσιαστικά από την συμμαχία του κεφαλαίου όχι μόνο με τα εναπομείναντα στρώματα των κοινωνιών των 2/3 που χαρακτήριζε τον καπιταλισμό στα τέλη του περασμένου αιώνα, αλλά και με διευρυμένα καθυστερημένα εργατικά στρώματα. Σε έναν απελπιστικό συμβιβασμό της διευρυμένης συστημικής κρίσης αντιπροσώπευσης-προϊόν εκμαυλισμού εις βάρος των διαδοχικά κατώτερων λαών και επιμέρους τάξεων.

Αυτήν την διεθνή και επιμέρους κοινωνική-ταξική συμμαχία είναι που αδυνατεί η Αριστερά να κατανοήσει, και πόσο μάλλον να απαντήσει σε αυτήν. Όταν δεν αποτελεί και εξέχον κομμάτι της. Αδυνατεί επειδή είναι εγκλωβισμένη σε παρωχημένα ιστορικά μανιχαϊστικά δίπολα στα οποία η ίδια , με αυτοκτονικό τρόπο, πνίγει τις περίπλοκες εκφράσεις της ταξικής πάλης. Βασικό θεωρητικό σχήμα σε αυτό το πλαίσιο αποτελεί η διαταξική και απλουστευτική περίφημη άποψη για το 1% του κόσμου που καταπιέζει το υπόλοιπο 99%-ένα θεωρητικό σχήμα που εκ των πραγμάτων αφήνει ανέγγιχτες και ανεξερεύνητες τις ενδιάμεσες καθοριστικές ταξικές αντιθέσεις.%ce%bc%ce%b5%cf%842

Ουσιαστικά μεγάλα κομμάτια της εργατικής τάξης είναι παραδομένα στις πιο συντηρητικές πολιτικές εκφάνσεις, παντού στον κόσμο. Ιδιαίτερα στον δυτικό κόσμο εντοπίζονται παγιδευμένα σε αυτήν ακριβώς την συμμαχία συνενοχής και μοιρασιάς της λείας του υπόλοιπου κόσμου με την αστική τάξη. Ακόμα και σαν παρίας της. Είναι εκείνο που ακριβώς οριοθέτησε άλλοτε ο Μαρξ όταν διακήρυττε πως »ένας λαός που ζει εις βάρος άλλων λαών δεν μπορεί να απελευθερώσει τον εαυτό του».

Αυτή η κατάσταση είναι που βάζει αντικειμενικά ερωτήματα σχετικά με την αναφορά της Αριστεράς στις μεγάλες εργατικές πλειοψηφίες, σε συνάρτηση μιας ευρύτερης ανατρεπτικής πρότασης. Αναφορά που είναι ισχνή σήμερα.

Για αυτό και αναζητούνται απαντήσεις σε μεγάλα ερωτήματα, τα οποία άπτονται μιας ριζικής επαναθεμελίωσης της κομμουνιστικής θεωρίας σε διεθνές επίπεδο, και που αναπόφευκτα πλέκονται με μια σειρά από άλλα ζητήματα, τα σημαντικότερα εκ των οποίων είναι:

α) Είναι αδύνατη σήμερα μια σοσιαλιστική επιστροφή σε πρότερες του παγκοσμιοποιημένου καταμερισμού εργασίας και κατανάλωσης μορφές οργάνωσης των κοινωνιών. Συνάμα, είναι αδύνατος ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός επιμέρους κρατικών οντοτήτων.

β) Είναι αδύνατος ένας νέος, σοσιαλιστικού προορισμού, επαναπροσδιορισμός του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας δίχως εξαιρετικά σημαντικές μεταβολές στο επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων εντός των δυτικών κοινωνιών.

Η Ελλάδα στον κόμβο των τριών μεγάλων κρίσεων

Στην Ελλάδα η αδυναμία της Αριστεράς να θέσει, να απαντήσει, και να προσαρμόσει αυτά τα ερωτήματα στην κατάσταση της χώρας μας είναι καθηλωτική. Ουσιαστικά, μάλιστα, εδώ τα συνήθη αριστερά μανιχαϊστικά δίπολα υπάχθηκαν στα τελευταία χρόνια σε ένα κεντρικό δίπολο: μνημόνιο/αντιμνημόνιο. Δίχως καμία περαιτέρω τοποθέτηση για την θέση της χώρας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας/εξουσίας, τους διεθνείς συσχετισμούς, και την ιδιαίτερη γεωπολιτική της συνθήκη-μάλιστα σε μια περίοδο όπου η χώρα εμπλέκεται στην δίνη τριών εφαπτόμενων κρίσεων, την οικονομική, την πολεμική στην περιοχή μας, και την λεγόμενη προσφυγική κρίση.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες αναδεικνύονται με αρνητική δυναμική στην περίοδο που ανοίγεται. Θα χρειαστεί για αυτό να περιμένουμε ιδιαίτερα τις προθέσεις της νέας προεδρίας των ΗΠΑ. Στα πλαίσια των δικών τους προτεραιοτήτων στην περιοχή-και σαν κομμάτι της ευρύτερης επιχείρησης συνδιαχείρησης της κρίσης στην Ευρώπη με την Γερμανία παράλληλα με το ψαλίδισμα της ηγεμονίας της στην ήπειρο-η ομπαμική ηγεσία επέβαλλε στην ουσία στην Μέρκελ την αποφυγή της άτακτης χρεοκοπίας και τον εξοβελισμό της Ελλάδας, παράλληλα με την χρεοκοπία της, από το ευρώ.

Αν και εφόσον οι νέες προτεραιότητες της ηγεσίας Τραμπ διαφέρουν σε σχέση με την όλη μέχρι τώρα οπτική της ευρωπαϊκής κρίσης, αμφότερα τα ενδεχόμενα αυτά μένουν ανοιχτά, δεδομένης και της εκπεφρασμένης βούλησης για αυτό του κυρίαρχου γερμανικού εξουσιαστικού μπλοκ. Με λίγα λόγια η Ελλάδα εξαρχής της μνημονιακής της υπαγωγής βρέθηκε χειροπόδαρα δεμένη στο άρμα των διεθνών ανταγωνισμών, και έρμαιο τους. Και δεν είναι καθόλου ορατοί ευοίωνοι όροι για την θέση της στο μέλλον-τουλάχιστον όχι με αυτήν την δεδομένη φορά των πραγμάτων.

Ανδρέας Μπεντεβής

Posted in Αναλύσεις, Διεθνή | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Εντός εποχής το πραξικόπημα στην Τουρκία

Posted by eamgr στο 20 Ιουλίου, 2016

Όσο περνούν οι μέρες αποκρυσταλλώνονται οι βασικές πτυχές της απόπειρας πραξικοπήματος στην Τουρκία. Τόσο ως προς τις εσωτερικές αντιθέσεις της χώρας αυτής, όσο και ως προς το πως αυτό εντάσσεται στην γενικότερη μόνιμη κρισιακή φάση της γεωπολιτικής μας περιοχής.turkey-tank-1024x768

Ανεξάρτητα από τα επιμέρους στοιχεία της απόπειρας πραξικοπήματος, εκείνο εντοπίζεται ιστορικά σαν το πρώτο, ουσιαστικά, πραξικόπημα σε χώρα του ΝΑΤΟ κατόπιν της κεφαλαιοκρατικής επανένωσης του κόσμου, αλλά και σε ένα ιστορικό σημείο όπου φαίνεται πως το αμερικάνικο δόγμα για τον κόσμο: »νόμιμα εκλεγμένες κυβερνήσεις σαν προαπαιτούμενο ένταξης στον διεθνή καταμερισμό εργασία και εξουσίας»- δόγμα που πίσω από αυτό »νομιμοποιήθηκαν» τόσες και τόσες πολεμικές επεμβάσεις, υποκινούμενες εξεγέρσεις και άλλες αποσταθεροποιητικές συνθήκες σε Ιράκ, Αφγανιστάν, Συρία, Λιβύη, Ουκρανία κ.α.-αυτό το δόγμα, λοιπόν, βρίσκεται και αυτό σε φάση αναίρεσης, μαζί με όλες τις εύθραυστες ισορροπίες δύναμης στον κόσμο.

Πλάι, βέβαια, με την απτή πραγματικότητα-που είναι πάντα το πιο δύσκολο που έχουμε να ερμηνεύσουμε-φυτρώνει και ένας νέος αντιδιαλεκτικός συνωμοσιολογικός τρόπος διαφυγής από την σκέψη, υποβοηθούμενος και από το χάος του διαδικτυακού πληθωρισμού, που δυστυχώς επηρεάζει συχνά και κομμάτια της Αριστεράς. Όπως και να έχει δεν υπάρχει κανένα νόημα να συνεχίζεται η συζήτηση για σκηνοθετημένη από τον Ερντογάν οπερέτα. Δεν ήταν ούτε σκηνοθετημένη, ούτε και οπερέτα. Αυτού του τύπου οι αντιλήψεις που μπορεί τόσο ελαφρόμυαλα να χαρακτηρίζουν στημένο έργο μια επιχείρηση όπου πήραν μέρος χιλιάδες, όπου σκοτώθηκαν περίπου 300 και τραυματίστηκαν άλλοι 1500, μόνο από ακροδεξιού τύπου αφετηρίες μπορεί να έλκουν την καταγωγή τους και ασφαλώς δεν έχουν καμία σχέση με μια διαλεκτική αριστερή προσπάθεια να αναλυθεί η κατάσταση.

Όλα δείχνουν ότι το πραξικόπημα ήταν αρκετά καλά κανονισμένο-έστω και αν δεν θα ήταν όλα τα σώματα ενεργά σε αυτό- για να γίνει την κατάλληλη ώρα, τα ξημερώματα του Σαββάτου, όμως επισπεύσθηκε λόγω του ότι αποκαλύφθηκε-και από συμμετέχοντες σε αυτό. Αυτή ίσως η γνώση ή η υποψία του Ερντογάν, ακόμα και οι πρόσφατες ανακοινώσεις του-που πλέον αποδεικνύεται ότι ώθησαν τα πράγματα ως εκεί- να είναι και η μόνη του συμμετοχή σε αυτό το πραξικόπημα, με την έννοια ότι προετοίμασε έγκαιρα την αντίδραση του, όπως εξίσου γρήγορα φαίνεται να σπεύδει να το εκμεταλλευτεί, αν δει κανείς το πρωτοφανές για-τυπική, έστω-κοινοβουλευτική δημοκρατία κύμα διώξεων και φυλακίσεων που λαμβάνει χώρα σήμερα στην Τουρκία.

Οι βασικές του αιτίες καθόλου άσχετες δεν είναι με μια αγωνιώδη προσπάθεια μερίδας της στρατιωτικής ηγεσίας να αντιδράσει στις -ανακοινωμένες πριν από μία εβδομάδα-δρομολογημένες εκκαθαρίσεις εκ μέρους Ερντογάν στα ανώτερα κλιμάκια των τριών σωμάτων, όπως και στην επίσης δρομολογημένη νομοθετική πρωτοβουλία μιας εν μέρει κρατικοποίησης του πανίσχυρου και πάμπλουτου μετοχικού ταμείου Στρατού.

Ασφαλώς τα υλικά συμφέροντα προηγούνται σε όλες τις στρατιωτικές πρωτοβουλίες, όπως το αποδεικνύει και η Ιστορία. Άλλο αν ακολουθούνται και από τις συνήθεις στην Τουρκία ιδεολογικοπολιτικές διαφορές γύρω από τον χαρακτήρα του πολιτεύματος. Το φαινόμενο Ερντογάν, εκπροσωπώντας την νέα αστική τάξη με βάση την ενδοχώρα, κατόρθωσε μέσα σε μία δεκαετία να συγκροτήσει μια νέα ταξική/κοινωνική συμμαχία με μια νέα άρχουσα τάξη, και ακριβώς γύρω από ένα νέου είδους κίνημα με επίκεντρο τον κυβερνώντα ισλαμισμό.

Το αρνητικό/αντιφατικό ιδεολογικό εκκρεμές των λαϊκών κινητοποιήσεων

Ενώ τονίζεται υπερβολικά η συμβολή των νέων τεχνολογιών στην λαϊκή αντίδραση, αυτή θα πρέπει να αναδειχθεί ωστόσο στον αληθινό πρωταγωνιστή της όλης ιστορίας. Τα πραξικοπήματα με τανκς δεν περνάνε εύκολα πλέον ούτε καν σε χώρες όπου ο στρατός έχει ιστορικά ιδιαίτερα κομβική θέση στο αξιακό σύστημα για ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Αλλά πέρα από αυτή την ιδεολογικοπολιτική διάσταση του ζητήματος, την προηγούμενη Παρασκευή στην Τουρκία μπορεί κανείς να διαπιστώσει όχι άλλο ένα σημείο στην κρισιακή εξέλιξη του κόσμου, αλλά και μια ισχυρή λαϊκή παρέμβαση υπέρ ενός τυράννου, μονάρχη και τυπικά μόνο εκλεγμένου αρχηγού κράτους.

Εκείνο που δεν πρέπει να μας διαφεύγει-άσχετα με το αν δεν θα μπορούσαμε ασφαλώς να υπερασπιστούμε ένα πραξικόπημα-είναι η ευρεία κοινωνική/ταξική στήριξη που απολαμβάνει αυτό το καθεστώς το οποίο εδώ και πολύ καιρό κλείνει ΜΜΕ, απολύει ή στέλνει φυλακή όποιον ασκεί κριτική και διεξάγει στρατιωτικό πόλεμο απέναντι σε ένα μεγάλο κομμάτι της τούρκικης επικράτειας, στηρίζοντας παράλληλα τον ισλαμικό φονταμενταλισμό στον οποίο βασίζει τα εξουσιαστικά του αφηγήματα/ψευδαισθήσεις για μια νέα Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Κατόπιν του πραξικοπήματος, αυτό ακριβώς το κίνημα ευρείας λαϊκής βάσης είναι που πλεονεκτεί, μάλιστα, της ηγεσίας του αναφορικά με την ωμότητα καταστολής κάθε διαφορετικής φωνής, εθνότητας, πολιτικής τοποθέτησης εντός της χώρας! Ας κρατήσουμε εδώ ότι στην διαχρονική αντίθεση εντός του κεμαλικού κρατικού μορφώματος το πολιτικό/στρατιωτικό μέτωπο που στήριξε τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους προσέγγιζε και εκπροσωπούσε παραδοσιακά, βασικά, τα μεσαία και ανώτερα, μορφωμένα, προνομιούχα στρώματα της κοινωνίας. Αυτή την αντίθεση με την πλατιά φτωχή και αμόρφωτη λαϊκή μάζα των ισλαμιστών εκμεταλλεύτηκε ο Ερντογάν, προκειμένου να αναδειχτεί στον ηγέτη των φτωχών, φτάνοντας σήμερα στο σημείο κάθε προοδευτική άποψη να ισοδυναμεί για την μεγάλη πλειονότητα με εθνικό κίνδυνο, όπως εξάλλου και η πανεπιστημιακή κοινότητα!

Σχηματικά, ο στοιχειώδης αστικός εκδημοκρατισμός στην Τουρκία χτες και ιδιαίτερα σήμερα, όχι απλώς απαξιώνεται από τις πλατιές λαϊκές μάζες, αλλά οριοθετείται μάλιστα σαν επικίνδυνο, αντιπατριωτικό και ξενόδουλο αίτημα των ελίτ. Προφανώς στην εξέλιξη της αυτή η οξύμωρη ταξική και ιδεολογικοπολιτική κόντρα, πυροδοτούμενη από τις ακαριαίες απηνείς-όσο και ενδεικτικές σε σχέση με την προγραφή τους- εκκαθαρίσεις (διώξεις, και 49 χιλιάδες απολύσεις στο Δημόσιο, από την αστυνομία και το δικαστικό σώμα, μέχρι καθηγητές δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης και δημάρχους!!) του ερντογανικού καθεστώτος θα οδηγήσει σε νέες αναταράξεις. Μπορεί κανείς να πει με ασφάλεια ότι η τεράστια οικονομική και πολιτική κρίση στην Τουρκία μόνο στην αρχή της βρίσκεται ακόμα.

Μετά την Δυτική Ουκρανία όπου κομμάτια της εργατικής τάξης εξεγέρθηκαν για να έχουν δυτικά και όχι ανατολικά αφεντικά, μετά την Αίγυπτο που ένα κομμάτι της εξέγερσης εκεί διεκδίκησε να ενταχθεί η χώρα τους στον ισλαμικό/συντηρητικό άξονα πιο αποφασιστικά, μετά από τα ακροδεξιά κινήματα στην Ευρώπη που επιβάλλουν την ατζέντα της ξενοφοβίας σχεδιάζοντας τον νέο συλλογικό εχθρό, τους πρόσφυγες, βλέπουμε στην Τουρκία μεγάλα κομμάτια να είναι έτοιμα να πεθάνουν για τον Σουλτάνο τους. Καθόλου καλοί οι ιδεολογικοί συσχετισμοί, ενώ ξετυλίγεται το παιχνίδι των παγκόσμιων ανταγωνισμών, διαμορφώνονται τα στρατόπεδα για τις επερχόμενες αναμετρήσεις.

Το φαινόμενο Ερντογάν και ο μεγαλοϊδεατισμός της νέας αστική τάξης

Η νέα-της περασμένης δεκαετίας- αστική τάξη της χώρας που εκπροσωπεί ο Ερντογάν επιχείρησε να τοποθετήσει την Τουρκία στον ρόλο μιας περιφερειακής δύναμης σε έναν κόσμο όπου τα ζητήματα ηγεμονίας επανακαθορίζονται ραγδαία, και ιδιαίτερα σε μια γεωπολιτική περιοχή όπου έχει μεταφερθεί το επίκεντρο των παγκόσμιων ανταγωνισμών.ερτογαν

Σε αυτό το σημείο ακριβώς το ερντογανικό εποικοδόμημα επιχείρησε να χειραφετηθεί από την αμερικάνικη κηδεμονία/προστασία, πέφτοντας ωστόσο σε μεγάλες αντιφάσεις, με επαμφοτερίζουσα στάση απέναντι σε όλες τις βασικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, με τις οποίες ανά περιόδους βρέθηκε απέναντι-άλλοτε με όλες ταυτόχρονα, ή με διαφορετικές ανά περιπτώσεις ομαδοποιήσεις τους.

Σήμερα η Τουρκία φαίνεται να επιχειρεί τον απεγκλωβισμό από την στρατηγική της Δύσης για απομόνωση και στρατιωτική/οικονομικοπολιτική περικύκλωση της Ρωσίας (τα σύνορα του ΝΑΤΟ έφτασαν στα σύνορα της Ρωσίας-επικυρώνοντας και τυπικά την λήξη των μεταψυχροπολεμικών συμφωνιών όπου κατεγράφησαν οι ισορροπίες του κόσμου, ενώ η νέα αντιπυραυλική ασπίδα των ΗΠΑ θα εκτείνεται από την Γροιλανδία μέχρι της Αζόρες!), προσπάθεια που μπορεί να είναι απλώς ένα μέσο εκβιασμού και οικονομικού στραγγαλισμού-λόγω του συνεπαγόμενου αναγκαστικού στρατιωτικού ανταγωνισμού-ή ακόμα χειρότερα να προετοιμάζει το έδαφος για πιο αναβαθμισμένες πολεμικές λύσεις των ανταγωνισμών.

Επιχειρώντας τον απεγκλωβισμό από αυτή την στρατηγική είναι πιθανό να προσπαθήσει να αμβλύνει τις διαφορές της με την Ρωσία. Ενδεικτική είναι η-ρητορική, έστω-πρόταση παραχώρησης σε εκείνην μέρους της αεροπορικής βάσης του Ιντσιρλίκ, που χρησιμοποιείται από τους Αμερικάνους. Άσχετα κιόλας με αυτή την εξέλιξη-αντιστροφή της πορείας πραγμάτων που ακολούθησε της κατάρριψης του ρώσικου αερομαχητικού τον περασμένο Νοέμβρη, η οποία μάλιστα επιχειρείται να φορτωθεί σαν ενέργεια στους τωρινούς πραξικοπηματίες!-οι σχέσεις των ΗΠΑ με τον Ερντογάν εδώ και καιρό είναι ανοιχτά εξαιρετικά άσχημες, αν όχι και εχθρικές.

Και αυτό επειδή οι φιλοδοξίες της Τουρκίας έρχονται σε άμεση αντίθεση με τον επαναπροσδιορισμό των συνόρων και του πολιτικού χάρτη που επιχειρείται από τους Αμερικάνους, στην ίδια περιοχή όπου μοιράστηκε το πτώμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πριν από έναν αιώνα. Αν προσπαθήσει να καταγράψει κανείς την πορεία που τράβηξαν τα πράγματα κατόπιν της σταυροφορίας του δυτικού άξονα στην περιοχή θα δει ότι το μόνο δεδομένο είναι η αέναη ρευστότητα των αντιθέσεων, των συμμαχιών, καθώς νέα κράτη κρατικά μορφώματα αναδύονται, έθνη-κράτη διαμελίζονται, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός αλλού χρησιμεύει σαν σύμμαχος και αλλού σαν εχθρός από τα ίδια υποκείμενα κτλ.

…σε μια περίοδο αποσταθεροποίησης της ευρύτερης περιοχής

Η αμφιταλαντευόμενη θέση της Τουρκίας σε όλη την εξέλιξη της »επιχείρησης Οδύσσεια» των Αμερικάνων υπήρξε, και ακόμα είναι, απότοκο του γεγονότος ότι η αστική της τάξη επιχείρησε να διαφοροποιηθεί από τον πάτρωνα της, ακριβώς την περίοδο που εκείνος την είχε πιο πολύ ανάγκη. Παρόλα αυτά δεν ήταν, και φυσικά δεν είναι πολύ περισσότερο τώρα, καθόλου έτοιμη για κάτι τέτοιο, διαπιστώνοντας-μάλλον ασθμαίνοντας- πως βρίσκει αδιέξοδο σε κάθε πλευρά της εξίσωσης που θα την καταστούσε ηγεμονική ισλαμική δύναμη στην περιοχή: Με την αμερικανοκίνητη πτώση της »αδελφής κυβέρνησης» στην Αίγυπτο, με την αποτυχία του πόθου της να φύγει ο Άσαντ από την εξουσία στην Συρία, αλλά και με την μεταβολή στάσης του δυτικού άξονα έναντι του σουνιτικού της συμμάχου, του Ισλαμικού Κράτους, με ιδιαίτερα, μάλιστα, αναβαθμισμένο τον ρόλο των Κούρδων σε αυτή την εξέλιξη!

Όλα αυτά δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι το πραξικόπημα στην Τουρκία υπήρξε αμερικάνικο έργο. Μπορεί η εισαγγελική δύναμη που ανέλαβε την διερεύνηση του να εξέτασε πρώτα πρώτα το δυναμικό της αμερικάνικης βάσης του Ιντσιρλίκ. Μπορεί οι εκατέρωθεν ανακοινώσεις να αναπτύσσουν μια τέτοια δυναμική. Μπορεί ακόμα ακόμα και η-καινοφανής-απειλή των ΗΠΑ ότι η επιβολή θανατικής ποινής εις βάρος πραξικοπηματιών εκ μέρους του Ερντογάν δεν συμβαδίζει με τα πολιτικά ήθη μιας χώρας το ΝΑΤΟ. Μπορεί όλα αυτά να ισχύουν, αλλά εν πάση περιπτώσει σημασία έχει να κατανοήσει κανείς ότι είτε οι Αμερικάνοι σχεδίασαν, βοήθησαν, ή έστω ανέχθηκαν το πραξικόπημα-είτε τίποτε από όλα αυτά-το σημαντικό είναι ότι η εξέλιξη αυτή πρέπει να ταυτοποιηθεί έτσι και αλλιώς σαν κομμάτι της ευρύτερης αποσταθεροποίησης στην περιοχή, ίδιας καταγωγής με εκείνη στο Ιράκ, στην Συρία, στην Αίγυπτο και στην Λιβύη-ανεξάρτητα ασφαλώς με τις τεράστιες αναμεταξύ τους διαφοροποιήσεις.

Μένει να ταυτοποιηθεί, επίσης, σαν επί μέρους κομμάτι της παγκόσμιας κρισιακής πορείας που εμπλέκει στον μηχανισμό της και την ΕΕ, τον ενδιάμεσο ιμπεριαλιστικό άξονα μεταξύ των δύο μεγάλων, τον αμερικάνικο/αγγλοσαξωνικό από την μία και εκείνον της Κίνας-Ρωσίας από την άλλη. Και εμπλέκει και την χώρα μας, ασφαλώς, οριοθετώντας εξαρχής της όλης της μνημονιακής υπαγωγής, καθώς και της ειδικής της θέσης μέσα στην ευρωζώνη, ή ακόμα και την ίδια την παραμονή της ή όχι σε αυτήν.

Ο κόσμος-ιμπεριαλιστική περιφέρεια, στις Συμπληγάδες του νεοφιλελευθερισμού και του φασισμού

Καθώς ολοκληρώνεται η μετατροπή του κόσμου σε ιμπεριαλιστική περιφέρεια, σε επιμέρους κομμάτια κάποιου εκ των τριών στρατοπέδων, καθώς βλέπουμε την εκ βάθρων αναθεώρηση όλων των μεταπολεμικών και μεταψυχροπολεμικών συνθηκών και οριοθετήσεων, ζούμε σε μια φάση ιστορικής αντεπανάστασης: Η Ευρώπη κινείται ανάμεσα στις Συμπληγάδες του φασισμού και του νεοφιλελευθερισμού, ενώ η καθολική απαξίωση της εργατικής τάξης αλά Κίνα τείνει να γίνει παγκόσμιο μέτρο έκβασης των ανταγωνισμών, και καθορισμού των όρων της κοινωνικής αναπαραγωγής με εξαιρετικά ολέθριους για την παγκόσμια εργατική τάξη και για τον πλανήτη όρους.

Όσο ποτέ άλλοτε χάσκει το κενό ενός διεθνικού προλεταριακού κινήματος υπεράσπισης του ρόλου και της θέσης των μεγάλων κοινωνικών μαζών σε όλον τον κόσμο, από τις ιμπεριαλιστικές περιφέρειες, μέχρι την καρδιά των κεφαλαιοκρατικών μητροπόλεων.

Ασφαλώς για κάτι τέτοιο απαιτείται ένας συνδυασμός νέων θεωρητικών προσεγγίσεων για ένα ευρύτερο φάσμα ζητημάτων που αναδιατάσσει ο ιμπεριαλισμός/νεοφιλελευθερισμός στην απόλυτα παρακμιακή του εκδήλωση: Την επί μέρους ταξική διαστρωμάτωση, τον ρόλο του έθνους κράτους, την θέση ενός έθνους κράτους εντός του διεθνούς καταμερισμού εργασίας, αλλά και για το αν είναι εφικτή η απόσπαση κομματιών του κεφαλαιοκρατικού κόσμου.

Η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο των μεγάλων κρίσεων της περιοχής και του κόσμου, με την όλη της δυναμική να χειραφετηθεί από τα ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα όπου κατατάχθηκε μετεμφυλιακά εξαιρετικά ναρκοθετημένη, και με μόνη της παρακαταθήκη σε αυτή την πορεία την όλη διαπραγματευτική προσπάθεια του 2015, με αποκορύφωμα το δημοψήφισμα που τράβηξε την προσοχή όλου του πλανήτη. Ασφαλώς το γεγονός ότι βρίσκεται αιχμάλωτη αυτών των συσχετισμών δύναμης γεννά από μόνο του κανονικές, ή ακόμα και ανεξέλεγκτες συνέπειες και κινδύνους. Ειδικότερα αν δει κανείς τις σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία και υπό ένα τέτοιο πλαίσιο, σαν κομμάτι των διεθνών ανταγωνισμών δηλαδή.

Σε κάθε περίπτωση αποτελεί μονόδρομο για τον λαό μας, για την εθνική ανεξαρτησία και ακεραιότητα, και για την κρίση ταυτότητας του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. ο απεγκλωβισμός της χώρας από την οικονομικοπολιτική επιτροπεία. Δεδομένων των συσχετισμών δύναμης το μόνο πιθανώς εφικτό είναι η ελληνική κυβέρνηση να συμβάλλει στην συγκρότηση ενός αντιμονεταριστικού μετώπου μέσα στην ΕΕ, όπως και ενός αντιπολεμικού μετώπου των λαών της περιοχής. Θα πει κανείς ότι είναι αργά για το δεύτερο, και ότι ήδη έχει κάνει εξαιρετικά μεγάλες-όσο και επιβεβλημένες-εκπτώσεις στο πρώτο, αναγκασμένη μάλιστα να διερευνά για αυτό τα περιθώρια ανασυγκρότησης της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, ένα ιστορικό όχημα για πολλούς λόγους ξεπερασμένο, τουλάχιστον με την μορφή που αναδύθηκε πλάι στο εργατικό κίνημα του περασμένου αιώνα.

Κοντολογίς, μέχρι τώρα τα όρια των εξωτερικών σχέσεων της χώρας μας είναι τα όρια των δυτικών προϋποθέσεων για παραμονή της εντός του αυτού στρατοπέδου. Είναι σωστό που δειλά αναπτύσσεται μια προσπάθεια προσέγγισης για μια πιο ανοιχτή πολιτική συμμαχιών, αλλά και αυτή έχει προκαθορισμένο ορίζοντα, πολύ περισσότερο που δεν συνοδεύεται και από ευρύτερες ταξικές διεθνικές αβάντες.

Εντούτοις, ιεραρχώντας σημασιολογικά τα δεδομένα, ας μην ξεχνάμε ότι εφόσον ο κόσμος μετατρέπεται σχεδόν ανεμπόδιστα σε μια μεγάλη ιμπεριαλιστική περιφέρεια, αξίζει το ύφος και το ύψος της κριτικής και των ζητουμένων να είναι αμφότερα συνεπή με το επίπεδο και την ποιότητα της συνείδησης των εργατικών, αποκλεισμένων στρωμάτων που δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά σε όλον τον κόσμο-και στην Ελλάδα-καθώς και με τα απτά δεδομένα της πορείας πραγμάτων στον κόσμο, και προπαντός να γίνει συνειδητή η ιστορική ήττα του μαρξισμού και της ίδιας της διαλεκτικής για να μπορέσει ίσως να προχωρήσει η θεωρητική και πρακτική οργάνωση της παγκόσμιας εργατικής τάξης.

Ανδρέας Μπεντεβής

 

Posted in Διεθνή | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Εντός του διεθνούς πλαισίου: Όρια και δυνατότητες μιας αριστερής πολιτικής

Posted by eamgr στο 31 Αύγουστος, 2015

Ο παγκόσμιος νομισματικός πόλεμος- που εκδηλώθηκε ήδη από τα μέσα της περασμένης δεκαετίας με επίκεντρο την αμφισβήτηση της θέσης του δολαρίου σαν παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος-περνά σε νέες φάσεις όξυνσης. Και οπωσδήποτε, μαζί με αυτόν, ξετυλίγονται και οι παγκόσμιες αντιθέσεις για κυριαρχία.importance-of-capital-formation-or-capital-accumulatin-in-the-less-developing-countries-and-suggest-measures-to-promote-the-rate-of-capital-accumulation-300x206

Βαδίζοντας τον έβδομο χρόνο από το ξέσπασμα αυτής της ανεπίστρεπτης, πρωτοφανούς σε εύρος και ένταση, κρίσης, όλα δείχνουν ότι όχι μόνο ο νεοφιλελεύθερος χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός δεν μπορεί να συνέλθει από αυτήν, αλλά αντίθετα κλυδωνίζεται από ολοένα και νέες κρίσεις με επίκεντρο: α) την κρίση υπερσυσσώρευσης από την οποία δεν μπορεί να εξέλθει και β) από το περαιτέρω φούσκωμα της ισχύος- όσο και σαθρότητας ταυτόχρονα- των χρηματοπιστωτικών τομέων της οικονομίας, οι οποίοι εξ’ αντικειμένου διογκώνονται εις βάρος της πραγματικής οικονομίας.

Ένας παράλληλος οικονομικός κόσμος που ξεπερνά τα 600 τρις πλασματικού χρήματος (δέκα και πλέον φορές το παγκόσμιο ΑΕΠ), αμφισβητεί καθολικά-αν δεν έχει ξεπεράσει προ πολλού κιόλας- το ίδιο το παραδοσιακό καπιταλιστικό σύστημα καθώς και βασικούς νόμους της αναπαραγωγής του. Για κάθε ένα δολάριο που παράγεται στην πραγματική οικονομία άλλα δέκα δολάρια τοποθετούνται στην αυτοματοποιημένη χρηματοπιστωτική αγορά ομολόγων, παραγώγων, τιτλοποιημένων δανείων κτλ. Αυτά τα επιπλέον φαντασιακά κεφάλαια επιτίθενται ενάντια σε μια όλο και πιο κουρασμένη παγκόσμια οικονομία και, φυσικά, στις αληθινές ανθρώπινες κοινωνίες ρουφώντας σαν βαμπίρ από αυτές όλο το- ματωμένο από τον κόσμο της εργασίας-αναγόμενο για αυτόν ακριβώς τον λόγο σε ιδεολογικό φετίχ, πλεόνασμα.

Ήδη, από τις αρχές τις χιλιετηρίδας, μόνο το 5% των παγκόσμιων επενδυτικών κεφαλαίων κατευθύνονται στην αληθινή οικονομία. Το 95% τροφοδοτεί αυτό το αέναο χρηματοπιστωτικό/τυχοδιωκτικό σπιράλ απομύζησης του πλανήτη. Μια κάποια έξοδος για τον καπιταλισμό φάνταζε η ανάδειξη της νεόκοπης (αδιαμόρφωτης ακόμα) μεσαίας τάξης της κινέζικης οικονομίας, η οποία λειτουργεί σαν «παγκόσμιο εργοτάξιο» της κατανάλωσης και της παραγωγής. Μόνο που η συνεπαγόμενη ανάδειξη της Κίνας στον μόνο πραγματικό σύγχρονο οικονομικό γίγαντα φαίνεται να δημιουργεί πιο πολλά προβλήματα από όσα λύνει.

Η κινέζικη οικονομία, οπωσδήποτε, δεν ξεφεύγει από τις αλλεπάλληλες χρηματιστιριακές φούσκες. Μόνο που διαφέρει από τις άλλες παγκόσμιες δυνάμεις ως προς το γεγονός ότι το καθεστώς της μπορεί ακόμα να τις ελέγχει σε έναν βαθμό (π.χ. ορισμένες από τις τοξικές μετοχές αναστάλθηκαν από το χρηματιστήριο με βάση κρατική απόφαση για ένα εξάμηνο, ενώ με τα τεράστια συναλλαγματικά της αποθέματα η Κεντρική Τράπεζα της Κίνας διαθέτει πολλά εργαλεία ανάσχεσης).

Ωστόσο ,οι διαρκείς κατολισθήσεις στο χρηματιστήριο της Σανγκάης και ολόκληρης της ΝΑ Ασίας είναι μια πραγματικότητα. Η οποία πηγάζει από την πολιτική απόφαση εκ μέρους της κινέζικης κυβέρνησης να υποτιμήσει κατά 10% μέσα σε ένα μήνα το κινέζικο γιουάν. Υποτίμηση που κρίθηκε αναγκαία α) για να τονωθεί ο –υπό κάμψη έπειτα από τις υποτιμήσεις δολαρίου και ευρώ το προηγούμενο εξάμηνο-εξαγωγικός τομέας της Κίνας, και β) για να καταστούν πιο ακριβά τα δυτικά προϊόντα (από αυτοκίνητα, τεχνολογικό εξοπλισμό, μέχρι καλλυντικά) με τα οποία ο δυτικός ιμπεριαλισμός επιχειρεί να αλώσει ιδεολογικά/πολιτισμικά (και φυσικά αυξάνοντας τα δικά του έσοδα) τον νέο οικονομικό γίγαντα, με την πρωτοκαθεδρία στις πρώτες ύλες του πλανήτη, την Κίνα.

Ο νομισματικός αυτός πόλεμος πολύ συχνά ξεφεύγει από τα όρια του, αγγίζοντας τις αμιγώς πολεμικές διαστάσεις του ζητήματος: α) Βασικά την στρατιωτική περικύκλωση του άξονα Κίνας-Ρωσίας (νέο δόγμα ΝΑΤΟ), β) την ισχυροποίηση της αμερικάνικης θέσης στην ΝΑ Ασία και στην Μέση Ανατολή (επαναστρατιωτικοποίηση της Ιαπωνίας και προσέγγιση με Ιράν). Αλλά και, γ) στην Ευρώπη, τον περαιτέρω κλυδωνισμό της ευρωγερμανικής ηγεμονίας εκ μέρους των Αμερικάνων, κυρίως, διαμέσου της αποσταθεροποίησης του ευρώ (περίπτωση Ελλάδας, της χώρας, εξάλλου, δούρειο ίππο των Αμερικάνων στην ευρωζώνη εξαρχής), αλλά και, δ) τον εν γένει κλυδωνισμό όλων των προϋποθέσεων προσέγγισης της Γερμανίας με τον άξονα Ρωσίας-Κίνας (περίπτωση Ουκρανίας): Επειδή αυτό θα δημιουργούσε έναν νέο μεγάλο πόλο εξουσίας στην Ευρασία εξαιρετικά επικίνδυνο για την αμερικάνικη γεωστρατηγική και πολιτική επιρροή.

Ποια είναι όμως τα κυρίαρχα στρατόπεδα που αλληλοσπαράζονται- όσο και αλληλοσυμπληρώνονται- με έναν ανοιχτό αναμεταξύ τους πόλεμο (περιφερειακό ή και ολοκληρωτικό) να μην μπορεί να αποκλειστεί σαν δυσμενή και ολέθρια υπόθεση; (η στρατιωτική επιβολή και η πολιτική υπεροχή είναι το αντίβαρο της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής για διατήρηση της παγκόσμιας ηγεμονίας τους, ιδιαίτερα εφόσον σύντομα η Κίνα θα ξεπεράσει και τυπικά την αμερικάνικη οικονομία).

Τρεις, λοιπόν, ιμπεριαλιστικές ολοκληρώσεις, αλλά και τρία διαφορετικά, αλληλοσυμπληρωματικά όσο και ανταγωνιστικά αναμεταξύ τους, καπιταλιστικά μοντέλα κυριαρχούν σήμερα στον πλανήτη.

Το πρώτο είναι το αμερικάνικο μοντέλο, το οποίο αντιστοιχεί στον απόλυτο νεοφιλελευθερισμό όσον αφορά τις σχέσεις παραγωγής και σε μια ελεγχόμενη δημοκρατία που πρωταρχική βαρύτητα διατηρεί η αξία των ατομικών ελευθεριών, οι οποίες ωστόσο σταματούν εκεί που αρχίζει η αμφισβήτηση των μηχανισμών αναπαραγωγής του αμερικάνικου εξουσιαστικού-κεφαλαιοκρατικού συστήματος, το οποίο, εκτός των άλλων, ενδιαφέρεται στην παρούσα φάση να διατηρήσει την ιμπεριαλιστική του κυριαρχία, η οποία αμφισβητείται ουσιαστικά από τα άλλα δύο μοντέλα/κέντρα του καπιταλισμού και που βασίζεται κυρίαρχα στην πολεμική και ιδεολογικοπολιτική υπεροχή. Σε αυτό το μοντέλο το κράτος πρόνοιας, ακόμη και ισχνό όπως είναι, πολεμιέται αδυσώπητα σαν ιδεολογικό κατάλοιπο του σοσιαλιστικού αντιπάλου του ψυχρού πολέμου. Έστω και αν παροδικά ο Ομπάμα βασίστηκε σε αυτό για να ανακυκλώσει την συσσώρευση ιδιωτικών και κρατικών κεφαλαίων από την οποία ταλαιπωρείται η αμερικάνικη οικονομία.

Το δεύτερο μοντέλο είναι το κινέζικο, το οποίο αντιστοιχεί στον απόλυτο νεοφιλελευθερισμό όσον αφορά τις σχέσεις αναπαραγωγής και στην απόλυτη ιδεολογική και πολιτική καταστολή όσον αφορά όλες τις πλευρές της κοινωνικής αναπαραγωγής. Υπολογίζεται, με βάση αναφορές της αμερικάνικης κεντρικής τράπεζας, ότι η κινέζικη οικονομία θα είναι σε θέση να ξεπεράσει εκείνην των ΗΠΑ μέχρι το 2020. KINAΜέχρι τότε η Κίνα έχει θέσει δύο βασικές προτεραιότητες: α) Την συγκρότηση μιας κινέζικης μεσαίας καταναλωτικής τάξης προκειμένου να μπορεί να αμυνθεί στην παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, η οποία είναι σε θέση να τής προκαλέσει- λόγω της κάμψης των εξαγωγών της και εν γένει του πολιτικού πολέμου που υφίσταται στις διεθνείς της κινήσεις- μία κρίση υπερσυσσώρευσης και επικίνδυνης στασιμότητας/ύφεσης της οικονομίας και β) Την διαμόρφωση- με όπλο την σχετική χρηματικοπιστωτική της άνεση- περιφερειακών, και όχι μόνο, συμμαχιών κόντρα στις κυκλωτικές προσπάθειες του αντίπαλου ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου εναντίον της, κυκλωτικές απόπειρες που όλο και εντείνονται από την Ρωσία μέχρι την Συρία και τον Ειρηνικό Ωκεανό. Και στις δύο τις αυτές προτεραιότητες έχει να αντιμετωπίσει την λυσαλλέα υπονόμευση από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Στον οποίο η- πρωταθλήτρια σε συναλλαγματικά αποθέματα- Κίνα έχει εναποθέσει αρκετά τρις δολάρια, εξαγοράζοντας το μισό και πλέον εξωτερικό αμερικάνικο χρέος (προφανώς για να διασφαλίσει την εξαγωγική της βιομηχανία τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο). Το κινέζικο μοντέλο, απόλυτα δικτατορικό, θα επενδύσει αναγκαστικά στην ανάπτυξη ενός πιο διευρυμένου κοινωνικού κράτους πρόνοιας, αλλά περισσότερο για λόγους οικονομικούς (αποσυσσώρευση κεφαλαίων) και όχι από την άποψη της πολιτικής τους κατάκτησης εκ μέρους της κινέζικης εργατικής τάξης (ομοίως εξηγείται και η αύξηση στα μεροκάματα μέχρι και 20% στην Κίνα, χωρίς να παραβλέπει κανείς ότι οι εργαζόμενοι έπεφταν από τους ουρανοξύστες εξ αιτίας της απόγνωσης τους, ή τις τεράστιες μάζες που αναγκάζονται να γίνουν εσωτερικοί μετανάστες κάθε ένα εξάμηνο για να βρουν δουλειά). Εν πάση περιπτώσει το κινέζικο μοντέλο είναι το λιγότερο εξαρτημένο από την πλασματική οικονομία και το περισσότερο προσανατολισμένο στην πραγματική οικονομία, σε σχέση με τα άλλα δύο.

Το τρίτο μοντέλο, και πλέον αδύναμο οικονομικά και πολιτικά, ευρισκόμενο στις συμπληγάδες των δύο άλλων μοντέλων, είναι το ευρωγερμανικό. Το οποίο κουβαλά μια εν γένει μεγάλη αντίφαση: Πρέπει να διατηρεί σκληρό το νόμισμα του ευρώ (το οποίο αντιπροσωπεύει στον μεγαλύτερο του μέρος την αναγκαία προσπάθεια του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου να ανταγωνιστεί στην χρηματοπιστωτική αγορά το δολάριο), αλλά ταυτόχρονα και να κατορθώσει μια συνολική εσωτερική υποτίμηση του ενιαίου νομίσματος- υποτίμηση, δηλαδή, της απόλυτης και σχετικής αξίας των μισθών και των κοινωνικών παροχών. Γιατί ακόμα και σήμερα το ευρωγερμανικό μοντέλο εξακολουθεί να είναι το πιο »σοσιαλδημοκρατικό» από όλα τα ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά μοντέλα. Εκείνο που ακόμα κρατά ζωντανή την εργατική κατάκτηση του κοινωνικού κράτους, την οποία βρίσκει την πιο σθεναρή αντίσταση όποτε επιχειρεί να αποσπάσει.

Παρόλα αυτά η ευρωγερμανική ηγεμονία εργάζεται, σχετικά επιτυχημένα, σταθερά προς την όλο και πιο εντεινόμενη υποτίμηση της εργατικής τάξης στο εσωτερικό της ηπείρου. Αυτό αντιπροσωπεύει και η περίπτωση της Ελλάδας, έπειτα από την επιτυχία αυτής της προσπάθειας εις βάρος των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης.

Δύσκολη προσπάθεια, ωστόσο, να συγκλιθεί η- Δυτική πολύ περισσότερο- Ευρώπη, η πιο «προοδευτική και πρωτοπόρα» ιστορικά ήπειρος στην ιστορία της ανθρωπότητας μέχρι τώρα, στα σημεία όπου έχει ήδη συγκλίνει η κινέζικη οικονομετρία, η όποια μπορεί και βασίζεται σε παραδοσιακές σχέσεις υποταγής και πειθαρχίας που βρίσκει κανείς συχνά στην ιστορία των λαών της Ασίας. Δύσκολο, επίσης, για την Ευρώπη να συγκλίνει στο σημείο της ιδεολογικής/πολιτικής υπεροχής που έχουνε φτάσει οι αμερικάνοι: Η πιο παλιά από τις τωρινές ηγεμονικές δυνάμεις του κόσμου.

Η γηραιά ήπειρος υπήρξε πάντα το θέατρο όπου πρωτοπαιζόταν το επόμενο επεισόδιο για όλο τον κόσμο. Και το σημείο, επίσης, όπου διακυβεύονταν η παγκόσμια ηγεμονία: Ιστορικά, εκείνη η δύναμη που ηγεμόνευε στην Ευρώπη μπορούσε έπειτα να ηγεμονεύσει σε ολόκληρη την οικουμένη. Στην Ευρώπη, άλλωστε, έγιναν και οι δύο μεγάλοι πόλεμοι, εδώ ξέσπασαν και οι πλέον μακρόχρονες ενδοπεριφερειακές συγκρούσεις για την κυριαρχία.
Σήμερα το παιχνίδι της ηγεμονίας στην Ευρώπη είναι ανοιχτό, έπειτα από την αμφισβήτηση, εκ μέρους της Γερμανίας, της αμερικάνικης επικυριαρχίας σε αυτήν εδώ την ήπειρο έπειτα από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο- ηγεμονίας αμφισβήτηση που επιτάχυνε η κατάρρευση του »Ανατολικού Μπλοκ», η οποία σήμανε την αναβάθμιση του γερμανικού ρόλου από εκείνην του τοποτηρητή και φρουρού συνολικά του καπιταλιστικού κόσμου απέναντι στην Σοβιετική Ένωση, σε εκείνην μιας αυτόνομης περιφερειακής ηγεμονίας, ρόλος που ξυπνά τον παμπάλαιο πόθο της Γερμανίας για ζωτικό χώρο- έναν ζωτικό χώρο που εννοεί σαν δικό της και που τον οριοθετεί…στα ίδια τα όρια της Ευρασίας!

Στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας τα κυρίαρχα πρότυπα επιβάλλονταν από τα πιο δυτικά άκρα προς τα πιο ανατολικά των ανθρώπινων πολιτισμών. Σήμερα, εκτός από την αμφισβήτηση των αποτελεσμάτων του Β’Παγκόσμιου Πολέμου, έχουμε επίσης και την μετατόπιση έπειτα από πολλούς αιώνες, της παγκόσμιας οικονομίας από την Δύση προς την Ανατολή.

Τι σημασία, όμως, έχουνε όλα αυτά για την Ελλάδα; banda-banssotti

Είναι εξ αντικειμένου πολύ δύσκολο, εν μέσω αυτών των συμπληγάδων, για την Γερμανία να κρατήσει και την ευρωπαϊκή πίτα ολόκληρη, και τον ηγεμονικό της ρόλο χορτάτο. Η Γερμανία έχει κερδίσει ως τώρα όλες τις μάχες στην ευρωπαϊκή αρένα, αλλά είναι πολύ πιθανό στο τέλος ότι θα χάσει τον πόλεμο. Όπως και να έχει, η διαδικασία αυτή δεν είναι στατική ή μονόπλευρη. Τίποτε, εξάλλου, δεν μπορεί να είναι στατικό και μονόπλευρο. Η αμφισβήτηση της γερμανικής ηγεμονία, τουλάχιστον ως τέτοιας, είναι μια διαδικασία μακρόχρονη και ιστορικά αναγκαία και εφικτή και έχει ήδη ξεκινήσει.

Η Ελλάδα δεν αντιπροσωπεύει παρά μονάχα την αρχή αυτής της διαδικασίας. Κρατάμε σαν απαρχή, λοιπόν, τόσο την ανάδειξη της αριστερής κυβέρνησης στην Ελλάδα, όσο και της μάχης που έδωσε αναδεικνύοντας την Ελλάδα σαν παγκόσμιο επίκεντρο, τον ελληνικό λαό σαν μαχητή, αποκαλύπτοντας, επίσης,  στην πορεία αυτή και τις αληθινές επιδιώξεις της Γερμανίας, ανοίγοντας-παράλληλα- και ένα ρήγμα στο βάθρο της ηγεμονίας της. Η νέα στρατηγική που θα μπορούσε να σηματοδοτήσει η λογική Τσίπρα είναι η διαρκής, όσο και επίπονη αναγκαστικά, διαπάλη για την αλλαγή των συσχετισμών μέσα στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Έχει, όμως, σημασία να διαπιστώσει κανείς ότι η οποιαδήποτε προσπάθεια των λαών να σπάσουν τον κύκλο του ιμπεριαλισμού- ασφαλώς και δεν μπορεί να το κάνει αυτό ο ελληνικός λαός διαμέσου του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά έχει μεγάλη σημασία ότι βάζει το θέμα στο παγκόσμιο επίκεντρο – βρίσκεται μπροστά σε δύο στρατηγικά και αποτρεπτικά αδιέξοδα: α) Δεν υπάρχει από την σκοπιά των κρατικών σχηματισμών υπολογίσιμο διεθνές περιβάλλον στήριξης οικονομικής/πολιτικής, β) Δεν υπάρχει διεθνές επαναστατικό κίνημα που να αντιπαρατίθεται/απειλεί για την ώρα συγκροτημένα την καπιταλιστική στρατηγική.

Ειδικότερα στη περίπτωση της χώρας μας: Η ολοφάνερη άρνηση της Κίνας-Ρωσίας να στηρίξουν μια τέτοια προοπτική επέτεινε, κατά την διάρκεια της εξάμηνης προσπάθειας της κυβέρνησης, το αδιέξοδο αυτής ακριβώς της απομόνωσης αλλά και την επαλήθευση του ευρώ σαν την μόνη χειροπιαστή επιλογή.

Κατά έναν τρόπο, όσο και να φαίνεται παράδοξο, η υπεράσπιση της θέσης και αυτονομίας (όσης και όποιας αυτονομίας είναι επιτρεπτή σήμερα από το διεθνές στάτους αναίρεσης της αυτονομίας των κοινωνικών σχηματισμών και του έθνους-κράτους) μιας κρατικής οντότητας πλέον περνά, δυστυχώς, μέσα από την συμμετοχή σε μια ολοκλήρωση, ένα σύνολο κρατικών οντοτήτων, που σαν τέτοιο μόνο μπορεί να αντεπεξέλθει στην πίεση της παρανοϊκής ηγεμονίας των χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων. Μένει αναγκαία, όσο και μακρινή, προϋπόθεση μια τέτοια συμμαχία να συγκροτηθεί με προοδευτικό, αριστερό, δημοκρατικό πρόσημο. Παρεμπιπτόντως, θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον στους κόλπους της παγκόσμιας αριστερής διανόησης να διεξαχθεί ένας διάλογος για τα όρια και τις δυνατότητες του «σοσιαλισμού σε μια χώρα», ένα ζήτημα, εξάλλου, που άλλοτε διέσπασε το παγκόσμιο εργατικό κίνημα σε δύο κομμάτια

Μέχρι τότε, και υπό αυτήν την έννοια, πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η απάντηση για την-προσώρας- θέση της χώρας μας στον παγκόσμιο πολιτικό και οικονομικό χάρτη;

Οι συγκρούσεις της εποχής μας είναι οριακές όσο ποτέ, παγκόσμιες όσο ποτέ- για αυτό και αυτοματοποιούν την σύνθλιψη οικονομιών, έτσι ολοκληρωτικές που είναι και με αυτόν τον ολοκληρωτισμό που εκπροσωπούν- συχνά ξεφεύγουν, και θα ξεφεύγουν ολοένα, από το νομισματικό χαρακτήρα τους σε πολεμικές και άλλες ακραίες αποσταθεροποιητικές καταστάσεις (βλ. Πόλεμοι στη Μέση Ανατολή, Συρία, Ουκρανία, Λιβύη κ.α.)
Διέξοδος χωρίς παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα μοιάζει αδύνατη, συγκρότηση επαναστατικού κινήματος δίχως επαναστατική θεωρία ικανή να ξεπεράσει τα αδιέξοδα του καπιταλισμού/νεοφιλελευθερισμού μοιάζει ανύπαρκτη.

Οι επαναστατικές κομμουνιστικές πολιτικές δυνάμεις πολύ συχνά, εγκλωβισμένες σε έναν κύκλο μουσειακής εσωστρέφειας, αδυνατούν να ξεπεράσουν- κλειδωμένοι στο κελί της άγονης κριτικής- τα όρια του παρελθόντος. Ενός παρελθόντος, ωστόσο, που μένει να απολογηθεί για την ιστορική στρέβλωση της σημερινής Ρωσίας και Κίνας που οδηγούν το τρένο της οπισθοδρόμησης του παγκόσμιου ανταγωνισμού προς την καθολική δουλεία και τον καθολικό εκφασισμό.

Παράλληλα, η σημερινή παγκόσμια Αριστερά μένει καθηλωμένη εξαιτίας της στρατηγικής ήττας που υπέστη ο Μαρξισμός στον 20 ο αιώνα, πόσο μάλλον που αυτήν την ήττα δεν την παραδέχεται (ενώ την έχει ενσωματώσει), και για αυτό δεν μπορεί για την ώρα να επιχειρήσει να την εξηγήσει,  να την ξεπεράσει/αξιοποιήσει προς μια νέα απόπειρα εφόδου προς τον ουρανό.

Ζούμε μόνο σε μια άκρη της παγκόσμιας ιστορίας, αλλά τουλάχιστον κάτι εδώ αρχίζει να κινείται. Η Ελλάδα εξ αιτίας της γεωστρατηγικής της θέσης διαθέτει ένα μεγάλο ειδικό βάρος, για αυτό και οι προοπτικές, όσο και οι κίνδυνοι φυσικά, είναι οριακοί. Μέχρι να σηκώσει ανάστημα χρειάζονται πολλά- και καλό είναι να μην ξεχνάμε ότι δεν είναι όλα τα παγκόσμια δεδομένα στο χέρι του λαού μας.

Αλλά μπορούμε και πρέπει να σκιαγραφήσουμε μια νέα στρατηγική για την θέση της χώρας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, λαμβάνοντας υπόψιν αληθινούς και όχι φαντασιακούς όρους. Και, φυσικά, προσδιορίζοντας σε αυτήν την αναγκαιότητα ολόκληρο το πλέγμα των παραγωγικών δυνάμεων, των παραγωγικών σχέσεων και εν γένει των κοινωνικών σχέσεων μιας χώρα που διέρχεται μια μεγάλη οικονομική και πνευματική κρίση- που έχει εξελιχθεί σε καθολική κρίση ταυτότητας.

Η θέση της χώρας, εξάλλου, παραδοσιακά προβλήματα και όχι λύσεις έδινε στους ανθρώπους που ζούσαν εδώ. Είναι καιρός να αντιστραφεί για μια φορά αυτή η σχέση. Από εκεί και πέρα, τα υπόλοιπα, παραμένουν άγνωστα και απρόβλεπτα. Αλλά, πάντα, σε μια δυναμική τροχιά όπου ο λαός μας θα πρέπει να καθοδηγεί και όχι να έπεται των εξελίξεων.

Ανδρέας Μπεντεβής

στέλεχος του ΕΑΜ

Posted in Αναλύσεις, Διεθνή, Ιμπεριαλισμός | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Ιδεοληψίες και ατομικές ελευθερίες- Η αντίφαση που πάνω της στερεώνεται η κυρίαρχη ιδεολογία

Posted by eamgr στο 15 Ιανουαρίου, 2015

Ο φονταμενταλισμός, τα θρησκευτικά δόγματα και οι ιδεοληψίες κάθε είδους, με λίγα λόγια όλες οι κοινωνικές  και ψυχολογικές παράμετροι που συγκροτούν την ψευδήθεος συνείδηση του ανθρώπου για τον κόσμο, πηγάζουν από το εκάστοτε εκμεταλλευτικό σύστημα και τις εξουσιαστικές σχέσεις της αναπαραγωγής του.

Αντί για το σημείο εκείνο όπου ο άνθρωπος κατανοεί τον εαυτό του, και δια μέσου της επίδρασης του με την φύση η ίδια η φύση κατανοεί τον εαυτό της, η ανθρωπότητα στήνει είδωλα και φετιχοποιημένες έννοιες- γεννημένες από την ίδια- που στρέφονται εναντίον των ίδιων των ενδελεχών δυνατοτήτων της.

Όλες οι μονοθεϊστικές θρησκείες- βασικά οι απολήξεις του Ιουδαϊσμού, ο Μωαμεθανισμός και ο Χριστιανισμός με όλες τις μορφές τους- ταλαιπωρούν και κρύβουν τον ορίζοντα από τον άνθρωπο με τον αντιδιαλλεκτικό μονόδρομο της πεπερασμένης ύπαρξης, την οποία αφομοιώνουν εξ ολοκλήρου για χάρη ενός επέκεινα σημείου λύτρωσης ή τιμωρίας, σε έναν άλλο, και όχι σε τούτον εδώ, τον κόσμο.

Δεν είπαν όλη την αλήθεια ο Νίτσε και ο Φωϋεμπαρχ όταν διαπίστωναν ότι «Ο Θεός είναι νεκρός» στα τέλη του 19ου αιώνα. Γιατί, καθώς αποδείχτηκε, σκέφτονταν- όπως και όλοι οι δυτικοί φιλόσοφοι εξάλλου- με τα δεδομένα της Δύσης και όχι της Ανατολής. Σκέφτονταν με τα δεδομένα του Διαφωτισμού, και με βάση την παραδοχή ότι συνολικά το μερίδιο της Ανατολής στο παγκόσμιο χωριό περιθωριοποιούνταν ολοένα. Όπως και δεν λάμβαναν υπόψιν ότι ο νεωτερικος κόσμος του ύστερου καπιταλισμού μπορεί να εγκολπώσει όσα απομεινάρια από αυτόν που κάποτε θεωρούνταν παλιός, ξεπερασμένος κόσμος, τού ήτανε απαραίτητα, όσο και αν δήθεν κόπτεται για το αντίθετο!

Οι όροι, όμως αυτής της οπισθοδρόμησης/καθυστέρησης, προχωράνε μαζί και αναλογικά με την αλλοτριωμένη συνείδηση που αναπαράγει ο καπιταλιστικός τρόπος «ανάπτυξης».

Για αυτό και βλέπουμε πως, ακόμα και στην ίδια την Δύση- προπαντός χωρίς να διακηρύσσεται πάντοτε και θεσμικά- η θρησκεία παρέμεινε μέχρι σήμερα ένα βασικό δομικό συστατικό του ιδεολογικού εποικοδομήματος, όπως και ένα κυρίαρχο εθνοποιητικό στοιχείο για λογαριασμό του αστικού έθνους-κράτους, ενώ σε ένα μεγάλο κομμάτι της Ανατολής αποτελεί και κάτι παραπάνω από αυτό: Αναδείχτηκε, με την μορφή του Ισλάμ, σε μια νέου τύπου οργάνωση της κοινωνίας και ένας παράγοντας ιστορικής καθυστέρησης για τους λαούς. Και ακόμα, το λάβαρο για αυτούς τους λαούς στον πόλεμο ενάντια στις ιμπεριαλιστικές νεοαποικιοκρατικές επεμβάσεις της «πολιτισμένης» Δύσης.

Δυστυχώς, ακόμα και η πολύπλευρη απόπειρα του μαρξισμού τον περασμένο αιώνα να απαλλάξει τους λαούς σε Ευρώπη και Ανατολή από τα δεσμά της θρησκευτικής καθήλωσης ηττήθηκε ιστορικά, δίχως να αγγίξει επί της ουσίας τον πυρήνα αυτής της υποταγής, της οποίας το περιεχόμενο μπορεί να αρθεί μόνο κατόπιν της απελευθέρωσης από την αλλοτριωμένη κοινωνική συνείδηση (βασικά μέσω της αναίρεσης της αλλοτριωμένης μορφής της εργασίας), με μέσο την όλο και πιο ανυψωτική και πλατιά μαζική συμμετοχή στον καθορισμό και στην διεκπεραίωση της εξουσίας και των θεσμών της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Σήμερα το θρησκευτικό ζήτημα επανέρχεται σαν μέσο κοινωνικών διαχωρισμών και εξουσιαστικής επιβολής με το πρόσχημα του «πολέμου των πολιτισμών». Με την μορφή των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στην Εγγύς και Μέση Ανατολή για την «εκδημοκρατικοποίηση» της περιοχής αυτής- έτσι ονομάζεται η διαδικασία συμμόρφωσης των κοινωνικών σχηματισμών σε μια σειρά από χώρες με τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς για παγκόσμια κυριαρχία. Επανέρχεται, επίσης, το θρησκευτικό ζήτημα και στο εσωτερικό των χωρών της Ευρώπης σαν άλλοθι και προκάλυψη των ταξικών διαφοροποιήσεων και ανταγωνισμών. Το ψεύτικο άλλοθι «Χριστιανισμός ή Μωαμεθανισμός» χρησιμοποιείται προκειμένου να διαιρεθούν οι εργατικές μάζες σε ντόπιους και ξένους, όπως και βασίζεται, εξ αντικειμένου, στα πιο ποταπά ένστικτα συνενοχής των ευρωπαϊκών λαών, σαν ταξικών στρωμάτων μέσα στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας τα οποία έχουνε μοιραστεί ένα κομμάτι, πλάι στις άρχουσες τάξεις τους, από τα κατακτημένα πλούτη των «υποανάπτυκτων» και «κατώτερων» λαών της Ασίας και της Αφρικής.

Βασίζεται, επίσης, αυτό το κυρίαρχο άλλοθι στην υπαρκτή αδυναμία των επαναστατικών δυνάμεων να απαντήσουν καθολικά και πραγματιστικά σε ένα ζήτημα στο οποίο αποτελεί και η ίδια τους η βασική αντίληψη μέρος του προβλήματος του ίδιου και όχι της λύσης του: Εφόσον εκλαμβάνουν το μεταναστευτικό πρόβλημα μόνο από την αντιρατσιστική/ανθρωπιστική του σκοπιά και όχι από την ουσιαστική του σκοπιά, σαν ένα φαινόμενο, δηλαδή, ιστορικών διαστάσεων όπως εκδηλώνεται με την μετακίνηση τεράστιων ανθρώπινων μαζών από την Ασία και την Αφρική προς την Ευρώπη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά για τις κοινωνίες υποδοχής, κοινωνίες, εξάλλου, που η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού διαμόρφωσε ως με ακραία συντηρητικά χαρακτηριστικά.

Η προάσπιση του αντιρατσισμού δίχως την κάλυψη μαζικών εργατικών κινημάτων με αυτόν τον τρόπο μοιάζει εύκολα διαχειρίσιμη από το σύστημα, όπως εύκολα διαχειρίσιμη μένει μονίμως και η προάσπιση των ατομικών δικαιωμάτων, πολύ περισσότερο εφόσον αυτά εννοούνται πάνω στην βάση τού πως τα εννοεί ο νεοφιλελευθερισμός. Εξάλλου η ιδεολογική βάση του νεοφιλελευθερισμού είναι ακριβώς η αξιακή προτεραιότητα των ατομικών δικαιωμάτων/ελευθεριών, μόνο που, ασφαλώς, η κυρίαρχη αυτή ιδεολογία τα εκλαμβάνει, βασικά, αυστηρά ξέχωρα από την οικονομική αναπαραγωγή και το δικαίωμα συμμετοχής στην διαδικασία και την μορφή της, όπως και στην συμμετοχή όλων στον πλούτο αυτής.

Το σύστημα σήμερα φαίνεται ότι μπορεί σχεδόν άνετα να δημιουργεί καταστάσεις ιδεολογικοπολιτικής κατίσχυσης εκμεταλλευόμενο για αυτό κοινωνικές συνθήκες που γεννιούνται αυθόρμητα και διαρκώς. Ο πόλεμος όλων εναντίον όλων δεν έχει μόνο οικονομικό χαρακτήρα. Έρχεται σαν συνέπεια μιας εποχής όπου, όπως ποτέ άλλοτε, οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις και διαιρέσεις είναι πολυεπίπεδες: Ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο πολύ, και ταυτόχρονα, έντονες όχι μόνο οι ταξικές (όπως και οι συντεχνιακού τύπου ενδοταξικές διαφοροποιήσεις), αλλά μέσα σε αυτές επίσης μια σειρά από άλλες διαφοροποιήσεις: Οι έμφυλες, οι διεμφυλικές, οι θρησκευτικές, οι πολιτισμικές διαιρέσεις μοιάζει όχι μόνο να τέμνουν οριζόντια και κάθετα τις δυτικού τύπου καπιταλιστικές κοινωνίες προστατεύοντας την έκαστη άρχουσα τάξη η οποία τις παράγει και τρέφεται οικονομικά και πολιτικά από αυτές, αλλά καθορίζει σε ένα βαθμό και τις διεθνείς εξελίξεις μιας και περιέχουν (αλλά και εκφράζουν) έναν διεθνικό χαρακτήρα.

Η διαμόρφωση του σύγχρονου ανθρώπου σε μια αποσπασματική και τελούσα σε απόλυτη σύγχυση οντότητα, μέσα σε έναν κόσμο με θρυμματισμένες όλες τις άλλες παραδοχές πέρα από την αυταξία του χρήματος, σε έναν κόσμο με γκρεμισμένες ιδεολογικές βάσεις όπου η γενικευμένη αποϊδεολογικοποίηση συγκλίνει προς έναν νέου τύπου εκφασισμό, ευνοεί για την ώρα αυτή την προσπάθεια της κυριαρχίας να κρατά τους υπηκόους της μακριά από απελευθερωτικές ενοποιητικές διαδικασίες.

Κάπως έτσι είναι εύκολο για το σύστημα να αναπαράγει και το ιδεολόγημα του πολέμου των πολιτισμών. Ακριβώς επειδή το σύνολο των αριστερών δυνάμεων δεν μπορεί για την ώρα να αμφισβητήσει ούτε την ουσία της κεφαλαιοκρατικής αναπαραγωγής (είναι ένα κομμάτι της, εφόσον δεν αμφισβητεί τις στοιχειώδεις της προϋποθέσεις), αλλά ούτε και τις προϋποθέσεις της, οι οποίες καθορίζονται και εξαρτιούνται από τον γενικευμένο οικονομικό/νομισματικό/ στρατιωτικό πόλεμο της Δύσης εις βάρος της Ανατολής.2451672081_616f737dbe

Το μεταναστευτικό ζήτημα, έτσι, αναδεικνύεται σαν κυρίαρχο πολιτικό ζήτημα σε μια σειρά από χώρες της Ευρώπης, πολύ συχνά γεννάει ανεξέλεγκτες αντιδράσεις και εξελίξεις (πάντοτε αρνητικές), και θα παραμείνει ως εργαλείο της άρχουσας τάξης για χρήση κατά περίσταση.

Με βάση τις τελευταίες εξελίξεις με τις επιθέσεις των ισλαμοφασιστών στην Γαλλία και αλλού στην Ευρώπη, αναδεικνύεται, επίσης, σαν τρομοκρατικός φόβος που θέτει εν αμφιβόλω την φύση των ατομικών ελευθεριών, όχι μόνο τοποθετώντας τα στον Προκρούστη με τον μπαμπούλα μιας μόνιμης απειλής, αλλά και επανακαθορίζοντας τις ελευθερίες αυτές και τα ατομικά δικαιώματα, όπως αυστηρά εννοούνται από την κυρίαρχη σκέψη, και πάλι, δηλαδή, σαν δικό της μέσο επιβολής: Είμαστε όλοι θύματα τρομοκρατών, αρκεί να μην υπονοεί αυτό ότι και εμείς νομιμοποιούμε την τρομοκράτηση μιας σειράς λαών, είμαστε όλοι υπερασπιστές της ελευθερίας της σκέψης, αρκεί να μην εντάσσουμε στην ελευθερία της σκέψης την αμφισβήτηση της κανονικότητας να παραγκωνίζονται από την ζωή οι φτωχοί και οι κολασμένοι τούτου του κόσμου.

Γιατί, έχουνε και οι απαγορεύσεις τα όρια τους. Σταματούν εκεί που αρχίζει η ποινικοποίηση  της κοινωνικής περιθωριοποίησης και της αντίστασης.

 

Ανδρέας Μπεντεβής, στέλεχος του Εργατικού Αντιιμπεριαλιστικού Μετώπου 

 

Posted in Αναλύσεις, Διεθνή, Επικαιρότητα | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Νέος Εμπειριοκρατισμός και Ωφελιμοκρατία: Το πνεύμα μιας εποχής και τα όρια της Αριστεράς

Posted by eamgr στο 14 Οκτώβριος, 2014

Marx on your mind

 

Στην πορεία της ανθρωπότητας δια μέσου του χωροχρόνου ολόκληρες σημαντικές ιστορικοί περίοδοι παίρνουν, αρκετά αργότερα από τον συμβαίνοντα χρόνο, την δική τους ιδιαίτερη θέση, λαβαίνουν αρκετά αργότερα τον δικό τους αποφασιστικό ρόλο στην ιστορική εξέλιξη .

Τα ιδεολογικά τους πλαίσια αποσαφηνίζονται και ξεκαθαρίζουν κατά αυτόν τον τρόπο μόνο σε σχέση με τα προηγούμενα και με τα επόμενα κοινωνικοϊστορικά καθεστώτα. Η επικράτηση των ιδεολογικών ρευμάτων κάθε εποχής μοιάζει ατελής και ανεξήγητη αν ξεκοπεί από την ιστορική τους συνέχεια. Ακόμα και τα ιστορικά χάσματα (ή ασυνέχειες) αμφισβητούνται ως τέτοιες κάποτε, εν τέλει, μέσα από ένα ιδιότυπο πλήρωμα του χρόνου. Η ιστορία ειδωμένη σαν ολότητα μοιάζει με ένα σχέδιο με εσωτερική και αυτόνομη δυναμική. Ένα σχέδιο που διέπεται από την δική του αναγκαιότητα. Οι υλικές και οι ιδεολογικές διαφοροποιήσεις που διέπουν και καθορίζουν το πέρασμα από την μία προς στην άλλη εποχή συμπλέκονται αξεδιάλυτα.

 Όμως, στην πραγματικότητα, είναι οι υλικές διαφοροποιήσεις και αντιθέσεις που οδηγούν το τρένο της ιστορίας και που το κατευθύνουν σε αυτήν ή την άλλη ιδεολογική/επιστημονική θέαση- και όχι το αντίθετο. Άσχετα αν οι ιδεολογίες σαν ρυθμιστικοί κανόνες, ή σαν ένα συλλογικό φαντασιακό υπόστρωμα, ακολουθούν κατόπιν για να επικυρώσουν αυτό το πέρασμα.

 Είναι καθήκον της συνθετικής και όχι της αναλυτικής σκέψης, να συλλάβει έγκαιρα και να καθοδηγήσει την ιστορική συνέχεια και τα άλματα που αυτή μπορεί να κάνει. Μόνο που η εποχή μας είναι η εποχή της αναλυτικής, και όχι της συνθετικής σκέψης.

  Η θέση της ιδεολογίας στην μαρξική θεωρία και η σύγχρονη Αριστερά-Ένα πρόβλημα της εποχής μας

 Η ιδεολογία, όρος αρκετά προβληματικός εξαρχής για την μαρξική θεωρία, εξυφαίνεται ακριβώς πάνω στο οικονομικό εποικοδόμημα. Αυτή είναι μια εξαιρετικά βασική παραδοχή, που ωστόσο ένα μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς δείχνει να λησμονεί. Αλλά, όσο και αν ψάξει αυτή η Αριστερά της μετα-νεωτερικότητας στα βιβλία της ιστορίας, δεν θα βρει καμία κοινωνική επανάσταση που να συγκροτήθηκε, να οργανώθηκε και να νίκησε πάνω στην βάση της ιδεολογίας. Όλες οι κοινωνικές επαναστάσεις εξέφραζαν βαθιές ταξικές και κοινωνικές συγκρούσεις συμφερόντων, οι οποίες αντιπροσώπευαν υλικά ώριμες ιστορικές συνθήκες, και ακριβώς για να αποβούν νικηφόρες έπρεπε να πείσουν μεγάλα, ευρύτερα κοινωνικά στρώματα (ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι επαναστατικές πλειοψηφίες δεν διαμορφώνονται σχεδόν ποτέ, και οπωσδήποτε δεν αλλάζουν σε μια στιγμή τον κόσμο, και αυτό είναι γνωστό παλαιόθεν), να πείσουν, δηλαδή, ότι η επικράτηση των ιδιαίτερων ταξικών συμφερόντων των επαναστατούντων τάξεων θα συνέφερε, εν τέλει, και ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.

 Σε αυτά τα πλαίσια, ασφαλώς, του αγώνα για την επικράτηση των ταξικών συμφερόντων μιας τάξης και των συμμάχων της, διαμορφώθηκαν και τα αντίστοιχα, νέα, ιδεολογικοπολιτικά εποικοδομήματα. Η ιδεολογία διαμορφώθηκε σαν μέσο για την πολιτική κυριαρχία, αλλά δεν αποτελεί ικανή προϋπόθεση για τις κοινωνικές ανατροπές. Είναι περισσότερο ένα συμπληρωματικό (αν και καθόλου αμελητέο, φυσικά) μέσο σύνδεσης, επικοινωνίας και οργάνωσης για τις καταπιεζόμενες κοινωνικές τάξεις.

 Θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι αυτή η ιδεολογικοπολιτική ανεπάρκεια να τοποθετηθούν στην σωστή τους ιεραρχία οι παράγοντες των υλικών συνθηκών και της ιδεολογίας τροφοδοτείται, αλλά και επιβεβαιώνει, το συνολικότερο πισωγύρισμα της επιστήμης, αλλά και της ανθρωπότητας ολόκληρης, στο σημείο που βρισκόταν πριν από τον γερμανικό ιδεαλισμό και την επικράτηση των αξιωμάτων του σε φιλοσοφικό, επιστημονικό και πολιτικό επίπεδο εις βάρος του αγγλικού εμπειριοκρατισμού και του λογικού θετικισμού της εποχής.

Μιλάμε πλέον για την αυγή του 17ου αιώνα. Η νέα εποχή, από πολλές απόψεις, δεν είναι μια εποχή της σύνθεσης ιδεών και κατακτήσεων αλλά περισσότερο μοιάζει με μια εποχή ατέρμονης ανάλυσης δίχως αρχές. Μιας αποειδικευμένης, ακατάσχετης και ασύνδετης ανάλυσης επί παντός επιστητού μάλιστα, που εξυπηρετεί και υπαγορεύεται από τις σύγχρονες μορφές της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας. Και που εδράζεται κυρίως στα πεδία της τεχνολογίας και του κοινωνικού αυτοματισμού που η τυφλή υπαγωγή όλων των ψυχοδιανοητικών δραστηριοτήτων στις νεοφιλελεύθερες επιταγές της κυρίαρχης οικονομικίστικης θεώρησης της ζωής ανατροφοδοτεί ολοένα.

Μπορεί να παρατηρήσει κανείς γύρω από αυτόν τον άξονα (αναλυτική/συνθετική σκέψη) ολόκληρους κύκλους της ανθρώπινης σκέψης δια μέσου των αιώνων.

 Από τον Εμπειριοκρατισμό  προς την Διαλεκτική: Το άνοιγμα προς τον ανατρεπτικό χαρακτήρα της σκέψης

 Ο εμπειριοκρατισμός πρέσβευε, σε λίγες γραμμές, ότι καμιά απόλυτη βεβαιότητα/αρχή δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε πεδία γνώσης πέρα από την αισθητηριακή και μόνο επιστημονική παρατήρηση, και επομένως (με αφετηρία αυτό το αξίωμα), δεν μπορούμε να συνάγουμε από την πραγματικότητα (από κάθε είδους πραγματικότητα που συγκροτεί ένα δεδομένο καθεστώς- κοινωνική, πολιτική, ηθική πραγματικότητα κτλ), την δυνατότητα ύπαρξης εντός της των όρων για την ανατροπή της. Με λίγα λόγια, ότι δεν μπορούμε να εκλάβουμε την πραγματικότητα σαν κάτι άλλο από αυτό που φαίνεται ότι είναι. Αυτό που αντιλαμβάνομαι σαν πραγματικότητα με τις αισθήσεις μου δεν συγκροτεί έναν κόσμο βεβαιοτήτων, ή αναγκαιοτήτων, για αυτό και εξάλλου η κοινωνική συνύπαρξη δεν δύναται να δομηθεί γύρω από αναγκαιότητες και συλλογικές συμβάσεις. Αυτό είναι το κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο του εμπειριοκρατισμού, του κάθε είδους εμπειρισμού καθώς και του λογικού θετικισμού (σύμφωνα με τους θιασώτες του λογικού θετικισμού, όλα αποτιμούνται ως αληθή ή όχι με βάση μία και μόνο λογική οδό- στραγγαλίζοντας κατά αυτόν τον τρόπο την ρευστότητα και την δημιουργική αντιφατικότητα της ζωής και των φαινομένων της).

 Προφανώς ο εμπειριοκρατισμός στην εποχή του, άθελα ή μη δεν έχει σημασία, συγκροτούσε ένα ασφαλές πλέγμα γύρω από την δεδομένη ταξική κυριαρχία, η οποία αναπαράγονταν με βάση τον άξονα του νόμου του ισχυρού έξω από κάθε είδους κοινωνικά συμβόλαια και δεσμεύσεις.

 Αυτήν ακριβώς την εσωτερική αντιφατικότητα- δυναμική των πραγμάτων προσπάθησε (και πέτυχε) να αναδείξει τόσο η καντιανή φιλοσοφική προσέγγιση, όσο και- κυρίως- η εγελιανή διαλεκτική.

Ο Καντ κατόρθωσε μέσα από το τεράστιο σε σημασία και σε όγκο έργο του να αποδείξει ότι μπορεί όντως ο άνθρωπος να συλλάβει και να κατηγοριοποιήσει τον κόσμο, την φύση, και τις λογικές έννοιες, χρησιμοποιώντας δικές του a priori λογικές κατηγορίες. Ο Χέγκελ, με κινητήρια δύναμη την αρχή ότι η σκέψη είναι μια αρνητική δύναμη, η οποία αρνείται ακριβώς να αποδεχτεί την οποιαδήποτε πραγματικότητα όπως αυτή της παρουσιάζεται, ξετύλιξε το νήμα της εν τοις πράγμασι αντιφατικότητας και της εννοιολογικής σύνθεσης μιας οποιασδήποτε λογικής κατηγορίας μέσα από την αναίρεση της από το αντίθετο της. Με λίγα λόγια, πυρήνας της εγελιανής διαλεκτικής είναι η κινητικότητα, η αντιφατικότητα και η συγκρουσιακή φύση των πραγμάτων σαν αίτιο οποιασδήποτε μορφή ζωής και λογικού φαινομένου.

 Η εγελιανή διαλεκτική μας δίδαξε, επομένως, πολλά πράγματα,  και το βασικότερο που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι η ίδια η δεδομένη πραγματικότητα είναι συγκροτημένη από εσωτερικές αντιθέσεις που την διαπερνούν και θα κυοφορήσουν αργά ή γρήγορα την ανατροπή της. Ας μην αναφερθούμε στο περιεχόμενο και στην ώθηση που αυτή η αντίληψη έδωσε σε άλλα επιστημονικά πεδία (όπως οι φυσικές επιστήμες), και ας μείνουμε στο επίπεδο της φιλοσοφίας και της πολιτικής θεωρίας.

 Η διαλεκτική σχέση αφέντη και δούλου για παράδειγμα, καθώς μας έδειξε ο Χέγκελ, είναι μια σχέση όπου την συνείδηση της ελευθερίας την κατέχει εκείνος ο όρος της αντιθετικής ενότητας (ο δούλος), που από αυτήν του την θέση μπορεί ακριβώς να συγκροτήσει τους όρους εκείνος που του λείπουν (τους όρους, δηλαδή, της ελευθερίας), σε αντίθεση με τον αφέντη που αυταπατάται ότι είναι κάτι περισσότερο από εξαρτώμενος όρος  σε αυτήν την σχέση: Ενώ είναι εξαρτώμενος ακριβώς από την ύπαρξη ενός άλλου όρους (του δούλου), και για αυτό τον λόγο βαθιά ανελεύθερος και με ουσιαστική έλλειψη ανεξαρτησίας.

 Η μαρξική θεωρία βασίστηκε ακριβώς σε αυτό το αξίωμα για να μιλήσει για την γενικευμένη ανθρώπινη χειραφέτηση και για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ακριβώς λόγω του έργου του Μαρξ και της επαναστατικής δράσης των λαών του κόσμου σε ολόκληρο των 20ο αιώνα, η διαλεκτική θεώρηση της πραγματικότητας επιβλήθηκε (με όλα τα πισωγυρίσματα και τις στρεβλώσεις της) σε μεγάλο βαθμό εις βάρος του κάθε είδους εμπειριοκρατισμού.

 Οπωσδήποτε, και το πέρασμα στην διαλεκτική, την πλέον ανατρεπτική γνωσιολογία, προήλθε σαν αποτέλεσμα της τεράστιας απελευθέρωσης κοινωνικών δυνάμεων που σήμανε η βιομηχανική επανάσταση και το προϊόν της ιστορίας, το καπιταλιστικό έθνος-κράτος.

 Η επιστροφή του εμπειριοκρατισμού, και η επιρροή του στην σύγχρονη Αριστεράempeiokritikismos

 Ιστορικά, ωστόσο, σήμερα βρισκόμαστε σε μια άνευ όρων επιστροφή στον εμπειριοκρατισμό σε όλα τα σημεία από όπου διεκπεραιώνεται η κοινωνική αναπαραγωγή.

Η επιστημονικοτεχνική επιβολή και οι σύγχρονες εξουσιαστικές σχέσεις, σφραγίζουν κάθε όψη αυτής της αναπαραγωγής με την ωφελιμοκρατία (συνάρτηση της αποσπασματικής και εξ ολοκλήρου υποκειμενικής θεώρησης των πραγμάτων που εμπεριέχει ο εμπειριοκρατισμός), να σφίγγει τα δεσμά στα μάτια της ανθρωπότητας κρύβοντας τον ήλιο του όλου και της ενότητας των πραγμάτων. Οι φυσικές επιστήμες, η τεχνική επανάσταση, οι κατεστημένοι ηθικοί κώδικες, ο κατεστημένος τρόπος ζωής, οι αλλοτριωμένες από κάθε άποψη κοινωνικές σχέσεις, συντείνουν προς αυτήν την ιστορική διολίσθηση με όρους μιας νέας υπαγωγής κάθε τι ανθρώπινου στις φετιχοποιημένες, όσο και καθολικές, φενάκες του χρήματος και της στρεβλού είδους αντίληψη για την ατομικότητα.

 Αυτό που φαίνεται, το δεδομένο, η επιβολή αυτής της οικονομετρικής/καταναλωτικής πραγματικότητας, η τυραννία της αποκοινωνικοποίησης, όλα αυτά κυριαρχούν και παρουσιάζονται σαν αιώνιος φυσικός νόμος, και σαν την μόνη αληθινή ανθρώπινη φύση-κατάσταση! Όλα στην επιστήμη και στην ζωή περιστρέφονται γύρω από τον άξονα ενός χυδαίου, ωφελιμιστικού, νέου τύπου λογικό θετικισμό.

Ο καταιγισμός πληροφοριών και πλασματικών αναγκών έχουν διαμορφωθεί ήδη σε πολιορκητικό κριό που διασφαλίζει την πρόσδεση του σύγχρονου ανθρώπου στην ηλεκτρική καρέκλα της αποσπασματικότητας και του εφήμερου.

 Δυστυχώς, η μάχη για την δικαίωση των διαλεκτικών ιδεών είναι για αυτό μια τεράστια και πολύ δύσκολη υπόθεση. Ακόμα πιο πολύ εφόσον φαίνεται πως οι  κοινωνικές/πολιτικές δυνάμεις που θα έπρεπε από αυτές να καθοδηγούνται- αντί για αυτό να απέχουν από αυτές παρασάγγας!

 Όλα αυτά έχει μια αξία να τα αναφέρει κανείς εφόσον σήμερα, για το μεγάλο κομμάτι των δυνάμεων της αριστεράς, η μάχη φαίνεται να εξαντλείται αντίστοιχα στο πεδίο των συνθημάτων, των ιδεών, των επιστημονικοφανών αναλύσεων πολύ μακριά από μια ουσιαστική τοποθέτηση για την άμεση, ταξική και υλική κατάσταση της κοινωνίας, που να μην εξαντλείται μόνο σε μια αφηρημένη και ηθικιστική όψη της αλληλεγγύης, αλλά να προχωρά και ένα βήμα παραπέρα. Στην ανοιχτότητα του μέλλοντος, σε μια ολιστική τοποθέτηση που να συνθέτει μια προοδευτική θέαση για την κοινωνική οργάνωση, τις ανθρώπινες σχέσεις, τον πολιτισμό.

 Πολλώ δε μάλλον εφόσον αυτού του είδους η παρέμβαση εξαντλείται στα όρια της συγκυρίας (ή μάλλον της επικαιρότητας), όπως την καθορίζει η άρχουσα τάξη και τα φερέφωνα της- δεν είναι, δηλαδή, αρκετά δυνατή να χαράξει η ίδια τις διαχωριστικές γραμμές και τα πεδία της αντιπαράθεσης, να παράξει συγκρούσεις και να διαφύγει από έναν, θα λέγαμε, κύκλο εμπειριοκρατικής και μόνο πρόσληψης τόσο της ταξικής επίθεσης και των επιφαινομένων της, όσο και της ίδιας της αντίδρασης σε αυτά.

 Η παραίτηση από τους διαλεκτικούς τρόπους ανάλυσης και διαχείρισης της πραγματικότητας, η ανάδειξη των καπιταλιστικών μέσων επιβολής (όπως το καπιταλιστικό διαδίκτυο) σαν κοινωνικοποιημένα μέσα έκφρασης και ανατροπής (ενώ αυτό στην πραγματικότητα διεκπεραιώνει με απίστευτα αυτοματοποιημένους όρους την αποξένωση, τον ανώδυνο ατομικισμό στα όρια του ναρκισσισμού, την ανάθεση, και εν τέλει την αποκοινωνικοποίηση), η θεώρηση της κοινωνικής αποσάθρωσης σαν ξεκομμένα και αυτοτελή σχεδόν πεδία αντιπαράθεσης για αυτήν ή για εκείνην την κοινωνική ιδιότητα/ταυτότητα- όλα αυτά συντείνουν σε μια απογοητευτική αποχώρηση από την ενιαία και συγκροτημένη αντίληψη για τον κόσμο που ζούμε, αλλά και θα θέλαμε να χτίσουμε.

 Φαίνεται, για παράδειγμα, ότι δεν δύνανται οι προοδευτικές δυνάμεις να οριοθετήσουν έναν χώρο άσκησης της πολιτικής τους δράσης πέρα από τα όρια που τους θέτει η κυριαρχία, ούτε και να δημιουργήσουν εκείνες εξελίξεις αντί να τρέχουν πίσω από τις εξελίξεις που αποδεσμεύει η κυριαρχία. Φαίνεται, επίσης, ότι δεν μπορούν να οριοθετήσουν ούτε και μια συγκροτημένη αντίληψη για την ύπαρξη, την ατομικότητα, την θέση του ανθρώπου στην κοινωνία, ή για τα ατομικά δικαιώματα σε έναν άλλο χώρο πέρα από αυτόν όπου, και όπως, τα καθορίζει όλα αυτά η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία.

 Το παράδειγμα της Ελλάδας

Μιλώντας για την χώρα μας, ειδικότερα, όλα αυτά έχει επίσης μια αξία να τα αναφέρει κανείς, εφόσον είναι φανερό ότι η άρχουσα τάξη και τα πολιτικά/κοινωνικά της στηρίγματα, καταφέρνουν ακόμα να κρατούν την εξουσία εν μέσω μιας χρεοκοπημένης, επί της ουσίας, εθνικής οικονομίας και μιας βουτηγμένης στην πνευματική και υλική εξαθλίωση κοινωνίας. Και αυτό δεν είναι απόρροια ενός συλλογικού παραμυθιού για την σωτηρία του έθνους. Η συναίνεση της κοινωνίας στα ιδεολογήματα της κυριαρχίας δεν είναι ούτε στατική, αλλά ούτε και επιφανειακή, παρότι δεν είναι δεμένη σε στέρεες ιδεολογικές βάσεις. Ούτε και βασίζεται σε συνθήματα, ιδέες και επιστημονικές αναλύσεις. Θα μπορούσε με ασφάλεια να πει κανείς ότι η αποϊδεολογικοποίηση, η αποπολιτικοποίηση και η γενικευμένη αποκοινωνικοποίηση- εδραιωμένη ωφελιμοκρατία, είναι ο πιο συμπαγής τοίχος αυτής της συναίνεσης, και όχι η συστράτευση σε μια συγκεκριμένη ιδέα.

 Στο δια ταύτα: Πίσω απ΄ αυτή την συνθήκη-καθεστώς, εκφράζεται μια σαφή ταξική συμμαχία ενός κομματιού που αναφέρεται στο 30% της κοινωνίας- το οποίο 30% βρίσκεται ακόμα »στον αφρό». Και είναι αυτό κατορθωτό, μόνο και μόνο επειδή η μεγάλη, η συντριπτικά μεγάλη, κοινωνική πλειοψηφία είναι κατακερματισμένη σε όλα τα επίπεδα: Ταξικά, βασικά, και για αυτό και ιδεολογικά, πολιτικά, πολιτισμικά κτλ.

Ποιο είναι αυτό το 70%, όμως, στο οποίο αναφερόμαστε, και το οποίο ζει σήμερα είτε κάτω από τα όρια της φτώχειας (36%), είτε στις παρυφές της (34%, δηλαδή συνολικά φτώχεια και παρυφές φτώχειας μαζί μάς κάνουν 70%);

Είναι, βασικά, η πολύ μεγάλη πλειονότητα μεταξύ των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, ένα κομμάτι των μισθωτών του δημόσιου τομέα, οι άνεργοι, η συντριπτική πλειονότητα ανάμεσα στους μικροεπαγγελματίες, οι εργάτες γης, σχεδόν το σύνολο από τους μετανάστες, καθώς και οι έφηβοι- νέοι όλων αυτών των οικογενειών, και το οποίο 70% (με τις αναμφίβολες ταξικές και άλλες διαφοροποιήσεις εντός του) βρίσκεται σε προφανή ταξική σύγκρουση, όχι μόνο με την τροϊκανή επιτήρηση, αλλά βασικά με το υπόλοιπο 30%. Εκείνο ακριβώς που δηλώνει, και είναι, πολύ ευχαριστημένο με την ζωή του σε πλείστες όσες κοινωνικές έρευνες.

Σε αυτό το 30% βρίσκουμε το μεγάλο κεφάλαιο, ένα υπολογίσιμο κομμάτι των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, την πλειονότητα των δημοσίων υπαλλήλων, τους μεγάλους και μεσαίους ιδιοκτήτες γης, πολύ μεγάλα κομμάτια από τους μικρούς καπιταλιστές, χιλιάδες ιδιοκτήτες ακινήτων, καθώς και οι νέοι- έφηβοι όλων αυτών των οικογενειών.

 Τέσσερις παρατηρήσεις για την κατάσταση του παγκόσμιου απελευθερωτικού κινήματος.

Ως προς την κατάσταση, το μέλλον και την διαχείριση αυτών των δύο αντίπαλων στρατοπέδων του κοινωνικού πολέμου, οφείλουμε να κάνουμε τέσσερις παρατηρήσεις. Οι οποίες δεν εξαντλούνται μόνο στην περίπτωση του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, καθώς αφορούν (στον έναν ή στον άλλον βαθμό) την κατάσταση του εργατικού κινήματος σε παγκόσμιο, σχεδόν, επίπεδο.

 Η πρώτη παρατήρηση είναι και η πιο σημαντική: Η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία μοιάζει να είναι αόρατη. Ας αναφερθούμε, για χάριν συντομίας, στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, και στους ανέργους (που έτσι και αλλιώς είναι δυσδιάκριτα μεταξύ τους τα όρια). Όχι μόνο κινηματικά βρίσκεται σε κατάσταση απίστευτης διαλυτικότητας ο κόσμος της εργασίας (με αντικειμενικούς όρους να συμβάλλουν σε αυτό π.χ. Μαύρη και ανασφάλιστη εργασία, ελαστικές σχέσεις, ποινικοποίηση του συνδικαλισμού κτλ), όχι μόνο η μάχη της οργάνωσης των ανέργων χάθηκε πριν δοθεί, αλλά από ό,τι φαίνεται αυτές οι τεράστιες κοινωνικές μάζες μοιάζει να έχουν εγκαταλειφθεί στην μοίρα τους ολοκληρωτικά: Αρκεί να συλλογιστεί κανείς ότι για το 60% των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα ο μέσος μισθός δεν ξεπερνά τα 400 ευρώ (και σε ένα αντίστοιχο ποσοστό καθυστερούμενα), ότι το δικαίωμα στην απεργία και στην συλλογική διευθέτηση των όρων εργασίας είναι επί της ουσίας καταργημένο, για να συμπεράνει την απόλυτη μοναξιά/πολιτική αδυναμία αυτών των τεράστιων μαζών.

 Η δεύτερη παρατήρηση αναφέρεται στην παραίτηση ουσιαστικά της πλειονότητας αυτών των στρωμάτων από την πολιτική δράση. Σε αυτό το σημείο τεράστιας σημασίας είναι η ίδια η ανεπάρκεια των αριστερών συλλογικοτήτων να παρέμβουν ουσιαστικά σε αυτά τα στρώματα, απόρροια ενός γενικότερου ιδεολογικοπολιτικού ελλείμματος που ανέδειξε η νεοφιλελεύθερη αποδιάρθρωση της κοινωνίας, αλλά και η ιστορική πτώση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού (τα ουσιαστικά αίτια της οποίας δεν έχουν γίνει αντικείμενο μιας επιστημονικής επεξεργασίας, και για αυτό η συζήτηση για αυτά αναμοχλεύει ολοένα μόνο ηθικοκεντρικές και μηχανιστικού τύπου αναλύσεις, μακριά πολύ από μια ουσιαστική τοποθέτηση για την συνολικότερη αντιπαράθεση καπιταλισμού/σοσιαλιστικών σχηματισμών κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα, και ειδικότερα σε σχέση με την οικονομική, παραγωγική, γεωπολιτική της όψη- που είναι και οι πλέον σημαντικές). Αυτή η ελλειμματική έχει, σαφώς, παγκόσμιο χαρακτήρα.

 Η τρίτη παρατήρηση έχει να κάνει μια παραδοξότητα που αποφεύγουμε να ομολογήσουμε. Ότι σε όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης, σε παγκόσμιο επίπεδο, οι απαιτήσεις και οι ανάγκες της κοινωνίας- στον βαθμό και με τον τρόπο που εκφράζονται- μοιάζουν συνολικά σαν ιδιοτελείς και αντίθετες με το εθνικό συμφέρον. Μοιάζει, δηλαδή, σαν το σχέδιο της λιτότητας και της καταστολής που φέρνουν σε πέρας οι αστικές τάξεις σε μια σειρά από χώρες να εμφανίζεται περισσότερο σύμφωνο με την κοινωνική ωφέλεια- σε αντίθεση με τις εργατικές διεκδικήσεις που λογαριάζονται από την πλειονότητα σαν παράταιρες, σχεδόν εγωιστικές. Ακριβώς επειδή είναι κατακερματισμένες. Επομένως, κατά κάποιον τρόπο, η εργατική τάξη έχει απολέσει εδώ και καιρό το ηθικό της πλεονέκτημα.

 Η τέταρτη παρατήρηση έρχεται σαν απόρροια των τριών προηγούμενων. Με βάση αυτές τις τρεις ελλειμματικές το σύστημα σήμερα φαίνεται ότι μπορεί σχεδόν άνετα να δημιουργεί καταστάσεις ιδεολογικοπολιτικής κατίσχυσης εκμεταλλευόμενο για αυτό κοινωνικές συνθήκες που γεννιούνται αυθόρμητα και διαρκώς. Ο πόλεμος όλων εναντίον όλων δεν έχει μόνο οικονομικό χαρακτήρα. Έρχεται σαν συνέπεια μιας εποχής όπου, όπως ποτέ άλλοτε, οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις και διαιρέσεις είναι πολυεπίπεδες: Ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο πολύ, και ταυτόχρονα, έντονες όχι μόνο οι ταξικές (όπως και οι συντεχνιακού τύπου ενδοταξικές διαφοροποιήσεις), αλλά μέσα σε αυτές επίσης μια σειρά από άλλες διαφοροποιήσεις: Οι έμφυλες, οι διεμφυλικές, οι θρησκευτικές, οι πολιτισμικές διαιρέσεις μοιάζει όχι μόνο να τέμνουν οριζόντια και κάθετα τις δυτικού τύπου καπιταλιστικές κοινωνίες προστατεύοντας την έκαστη άρχουσα τάξη η οποία τις παράγει και τρέφεται οικονομικά και πολιτικά από αυτές, αλλά καθορίζει σε ένα βαθμό και τις διεθνείς εξελίξεις μιας και περιέχουν (αλλά και εκφράζουν) έναν διεθνικό χαρακτήρα.

 Ας μην επεκταθούμε, για την οικονομία του χώρου, στον τρόπο με τον οποίον το παγκόσμιο εξουσιαστικό σύστημα (με όλες τις ανυπέρβλητες, σε τελική ανάλυση, αντιθέσεις του) εκμεταλλεύεται αυτά τα δεδομένα, ή στην κατεύθυνση που παίρνουν αυτές οι εξελίξεις από την σκοπιά ακριβώς αυτού του συστήματος. Αξίζει, αντίθετα, να κοιτάξουμε αυτά τα δεδομένα και τις εξελίξεις που αποδεσμεύουν από την σκοπιά των πλατιών κοινωνικών μαζών.

Και για να το κάνουμε πιο σαφές: Οι πλέον σημαντικές σύγχρονες εξεγερσιακού τύπου καταστάσεις παρατηρήθηκαν σε χώρες της Βορείου Αφρικής, της Μέσης Ανατολής, αλλά και στην Ουκρανία. Γίνεται όλο και πιο φανερό ότι η πολιτική αντιπαράθεση στην Λιβύη και στην Συρία δεν είναι τίποτε άλλο από μια οργανωμένη ένοπλη επιβολή από τα μέσα των συμμάχων του ιμπεριαλισμού και ενάντια στα ενοχλητικά καθεστώτα των χωρών αυτών στα πλαίσια της αντιπαράθεσης του αμερικάνικου, κυρίως, ιμπεριαλισμού με τον άξονα των δυνάμεων του συμφώνου της Σαγκάης (βασικά της Κίνας και της Ρωσίας).

 Αλλά υπάρχει και η περίπτωση της Αιγύπτου και της Ουκρανίας. Τα μαζικά κινήματα τύπου «πλατείας» (που εμφανίστηκε και στην χώρα μας), αποδεικνύουν ότι κομμάτια από τους λαούς εξεγείρονται… για να υπερασπιστούν το δικαίωμα τους να τους διαφεντεύει άλλος και όχι ο συγκεκριμένος κυβερνήτης, αλλά και το δικαίωμα τους να αναγνωριστούν σαν μισθωτοί σκλάβοι εντός του καπιταλιστικού συστήματος- και ακριβώς σαν πρόμαχοι του! Σε καμιά από τις τελευταίες διεθνείς εξεγέρσεις (ακόμα και αν ήτανε υποκινημένες- σχεδόν αδιάφορο αυτό), στο στόχαστρο τους δεν βρέθηκαν όψεις, έστω, της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας. Πέντε χρόνοι βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης και αποσταθεροποίησης, αλλά σε κανένα, σχεδόν, σημείο του πλανήτη ο καπιταλισμός δεν στοχοποιείται σαν υπαίτιος αυτής της κρίσης.

 Μπορούμε να πούμε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά και σε αυτήν την περίπτωση, η αστική επανάσταση του 18ου αιώνα επαναλαμβάνεται σε μια ολότελα στρεβλή μορφή, σαν τραγική φάρσα και σαν ολέθριο πισωγύρισμα, με ακριβώς άκρως συντηρητικά χαρακτηριστικά. Η απόσπαση από τις κοινωνικές μάζες όλων των παρακαταθηκών που άφησε για εκείνες ιστορικά η περίοδος του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης (αντιθετική ενότητα κεφαλαίου- εργασίας εντός του έθνους κράτους, άρνηση επί της ουσίας της ιδιοκτησίας του ατομικού εργάτη πάνω στην εργατική του δύναμη και ιδιότητα, κατάργηση του αυτονόητου της μισθωτής εργασίας, το ίδιο το έθνος κράτος σαν κοινωνικός σχηματισμός αυτής της αντίθεσης/ενότητας), όλα αυτά τα νέα δεδομένα αντί να σηματοδοτήσουν την ταξική υπερφαλάγγιση εκ μέρους των καταπιεσμένων, αντί να τροχιοδείξουν την ανατρεπτική ολοκλήρωση ενός κακοφορμισμένου από καιρό κύκλου ζωής του καπιταλισμού- αντί για όλα αυτά, φαίνεται να γίνονται αυτοί οι ίδιοι παράγοντες ασπίδα των πιο σκοταδιστικών δυνάμεων μέσα στην παγκόσμια ιστορία.

 Στην περίπτωση της Ελλάδας, άλλωστε, στο κίνημα της πλατείας (που ήτανε το πλέον μαζικό από όλες τις απόψεις κίνημα), δόθηκε η ανοιχτή παράσταση της απολιτικοποίησης, της ενδοτικότητας σε κλασικού τύπου αστικές απόψεις και διεκδικήσεις, αλλά, ακόμα ακόμα, και του εθνικισμού. Και, εν πάση περιπτώσει, η ντόπια, απόλυτα κλεπτοκρατική και συμμοριακή αστική τάξη (που δεν αρθρώνεται καν στα επίπεδα μιας αστικής τάξης με εθνικό χαρακτήρα και υποτυπώδη εθνική συνείδηση), δεν έχει μπει σχεδόν καθόλου στο κάδρο της αποδόμησης παρότι τα παραδοσιακά της πολιτικά κόμματα πνέουν τα λοίσθια.

 Ελλάδα: Προοπτικές και κίνδυνοι μιας αριστερής εκλογικής πλειοψηφίαςideologia

 Άραγε, αυτά να είναι τα σύνορα και τα όρια των σύγχρονων από τα κάτω αντανακλαστικών;Αν δεν μπορούμε να απαντήσουμε οπωσδήποτε και τελεσίδικα θετικά σε αυτό το ερώτημα, άλλο τόσο δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι είναι λογικό επόμενο η μόνιμη απουσία πολιτικοποίησης, οργάνωσης και καλλιέργειας της κουλτούρας της συλλογικότητας (εδώ γενικότερα σαν κοινωνικό φαινόμενο), να συντείνουν σε τέτοιες μορφές και σε τέτοια επίπεδα αντίδρασης.

 Τα κοινωνικά εποικοδομήματα που στηρίζονταν σε ταξικές συμμαχίες των 2/3 (άρχουσα τάξη μαζί με την μεσαία τάξη εις βάρος του κόσμου της παραγωγικής εργασίας) βαδίζουν ήδη εδώ και πέντε χρόνια σε μια πορεία αποδόμησης, αναδιάρθρωσης της ηγεμονικής αυτής συμμαχίας, και οπωσδήποτε σε μια νέου τύπου συνθήκη όπου, για την ώρα, εκείνο που φαίνεται να υπερισχύει από πλευράς κοινωνικής δυσαρέσκειας είναι η κατάρρευση κομματιών της μεσαίας τάξης, των δικών τους συμφερόντων, και όχι η θέση (διαρκώς επιδεινούμενη) της εργατικής τάξης, η οποία περιθωριοποιείται τάχιστα τόσο από την άποψη της θέσης της παραγωγική/πολιτική αναπαραγωγή, όσο και στον καταμερισμό του κοινωνικού πλούτου.

 Το πολιτικό επέκεινα μπορεί να κινηθεί σε προοδευτική κατεύθυνση στην Ελλάδα με τον όρο ότι στο επίκεντρο της επαναστατικής προοπτικής θα μπουν οι πλέον καταπιεσμένες μάζες και οι δικές τους ανάγκες. Τα κοινωνικοπολιτικά στρώματα που πάνω τους οικοδομήθηκε και στηρίζεται ο καθολικός κοινωνικοπολιτικός εκφασισμός (όπως ήταν και είναι ένα μεγάλο κομμάτι των μεσοστρωμάτων) δεν θα μπορεί πλέον να εκλαμβάνονται σαν οδηγοί των κινηματικών εξελίξεων. Η συμμαχία με τα πιο υγιή κομμάτια από αυτά τα στρώματα είναι απαραίτητη εφόσον την ταυτότητα αυτής της ανατρεπτικής πορείας θα την καθορίζουν οι πλατιές μάζες του κόσμου της εργασίας, ειδικότερα ακόμα της επισφάλειας, της νεολαίας και των μεταναστών. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια και μόνο έχει νόημα να επαναχαρακτούν οι στρατηγικές και οι τακτικές κινήσεις του λαϊκού κινήματος σε μια σειρά από ζητήματα.

 Το πολιτικό/πολιτειακό ζήτημα μένει ανοιχτό. Νέες μορφές οργάνωσης της κοινωνίας μπορούν και πρέπει να το λύσουν. Όπως επίσης, γύρω από αυτόν τον άξονα πρέπει να οριοθετηθούν οι σχέσεις και το είδος της οικονομικής αναπαραγωγής, η θέση του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στον διεθνή καταμερισμό εργασίας (και στις σχέσεις του ελληνικού λαού με τους γειτονικούς λαούς εν μέσω μιας ολοένα και πιο επικίνδυνης παρατεταμένης περιόδου αποσταθεροποίησης της περιοχής), με τρόπο ανεξάρτητο και αλληλέγγυο, όπως και η νέα οργάνωση της κοινωνικής συνύπαρξης.

 Με σταθερό γνώμονα ότι η κυβερνητική πλειοψηφία της Αριστεράς μπορεί να είναι από μόνη της εξαιρετικά σημαντική από ιστορικής πρώτα από όλα άποψης, αλλά πρέπει βασικά και κύρια να δημιουργήσει όρους σύγκρουσης ήδη από… χτες, πρέπει να βασίζεται σε μια στέρεα κοινωνική/ταξική συμμαχία. Ειδάλλως, μπορεί να αποδειχθεί λαιμητόμος της αριστερής προοπτικής συνολικά της κοινωνίας.

 Το φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει μια σύγχρονη μορφή σοσιαλδημοκρατίας σε μια εποχή όπου η επιστροφή του συστήματος σε σοσιαλδημοκρατικές μορφές διαχείρισης μοιάζει απίθανη και αδύνατη. Σε μια εποχή, επίσης, όπου το παγκόσμιο σύστημα εξουσίας δεν επιτρέπει την λοξοδρόμηση από τις ιερές αρχές της νεοφιλελεύθερης κούρσας των ανταγωνισμών για παγκόσμια κυριαρχία: Που σημαίνει δέσιμο στο άρμα των υπερεθνικών οργανισμών διαχείρισης της εξουσίας και κινεζοποίηση της κοινωνικής ζωής.

 Ακόμα, είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που μπορεί να μην αντιπροσωπεύει επί της ουσίας στέρεες και παγιωμένες ανατρεπτικές κοινωνικές συμμαχίες, ούτε και να δίνει απαντήσεις σε όλα αυτά τα ζητήματα. Ίσα ίσα, το αντίθετο. Και ας μην τρέφουμε αυταπάτες, η κοινωνία έχει συντηρητικοποιηθεί ακραία, και αυτό είναι αληθές ακόμα και αν ο ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία- αλλά για την συντηρητικοποίηση της κοινωνίας έχει μερίδιο ευθύνης και σύμπασα η Αριστερά.

 Η κυριαρχία των μεσοστρωμάτων σε αυτό το πολιτικό μόρφωμα είναι για την ώρα αδιαμφισβήτητη. Αλλά ούτε αυτό δεν είναι φαινόμενο που εξαντλείται στον ΣΥΡΙΖΑ. Το ίδιο ισχύει για το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά.

Η πολιτική πρωτοβουλία κινήσεων δεν είναι δοσμένη σε κανέναν επίπεδο- το αποδεικνύει και η ιστορία ολόκληρη του επαναστατικού κινήματος. Οι πολιτικοί/ταξικοί συσχετισμοί, ειδωμένοι ακριβώς από μια διαλεκτική σκοπιά, βρίσκονται και αυτοί πάντα σε μια ρευστή και δυναμική κατάσταση. Είναι λάθος η Αριστερά στο σύνολο της να εκλαμβάνει την προοπτική του ΣΥΡΙΖΑ να κατακτήσει την εκλογική πλειοψηφία μόνο σαν θετικό ή μόνο σαν αρνητικό ενδεχόμενο. Γιατί τα ζητήματα είναι πολύ πιο μεγάλα από αυτό, και σε άλλα κιτάπια, ούτε στα κοινοβουλευτικά, μα ούτε και στα έντυπα και στις αφίσες της Αριστεράς, γράφεται η ιστορία.

Δυστυχώς, η φανερή αποδιοργάνωση και διαλυτικότητα του λαϊκού κινήματος στην Ελλάδα δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας. Η παραίτηση και η ολιγωρία μπροστά στο ενδεχόμενο μιας εκλογικής επικράτησης είναι ολωσδιόλου αντίθετη με το περιεχόμενο και τους σκοπούς μιας τέτοιας προοπτικής. Φαίνεται ότι η λογική της ανάθεσης πηγαίνει χέρι χέρι με την ιδεολογικοπολιτική ανεπάρκεια των αριστερών δυνάμεων να την ξεσκεπάσουν σαν τον υπέρτατο μοχλό της αντίδρασης και της ήττας.

Η επαναστατική στρατηγική, αν θέλει να είναι νικηφόρα, πρέπει να σχηματίζεται πέρα πολύ από μανιχαϊστικούς αφορισμούς και παραδοχές, πρέπει να ιεραρχεί σαν προτεραιότητα εκείνον τον δρόμο που μπορεί να οδηγήσει και σε άλλα μονοπάτια. Είναι τόσο πολλοί οι κίνδυνοι, αλλά και οι προοπτικές που ελλοχεύουν, που οι απαντήσεις δεν είναι από πριν δοσμένες. Γιατί (πως αλλιώς;) το τοπίο μπορεί να αλλάξει, αν μπουν στο προσκήνιο τα στρώματα που τώρα φαίνονται αόρατα, αρκεί και μόνο να οδηγήσουν τις εξελίξεις πρωτοβουλίες που θα κατευθύνονται, επιτέλους, από τα κάτω προς τα πάνω- το αντίστροφο το ξέρουμε καλά, σημαίνει παραίτηση, φασισμό και πείνα.

 ΣΗΜΑΙΑ

Γιατί, εν τέλει, αυτό που διέπει την Αριστερά (σαν παιδί της διαλεκτικής σκέψης) είναι η αλληλεπίδραση της με τις κοινωνικές μάζες που πρέπει να εκφράσει. Εκτός και αν οι αριστερές ιδέες είναι κτήμα κάποιον μόνο ανθρώπων και όχι κοινωνική κατάκτηση μιας μακρόχρονης, επίπονης και πολύμορφης πορείας στον χωροχρόνο.

Σήμερα, αυτό που λείπει πριν από όλα είναι αυτές οι μάζες και από την Αριστερά, αλλά και από τους κοινωνικούς αγώνες. Και αν μπουν στο προσκήνιο αυτές οι μάζες τότε τίποτε δεν θα είναι το ίδιο- ούτε και η ίδια η Αριστερά, πρώτα από όλα.

 

Ανδρέας Μπεντεβής,στέλεχος του ΕΑΜ

 

 

 

Posted in Αναλύσεις | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ποιος φοβάται την δυνατότητα να ηττηθεί το εξουσιαστικό πολιτικό σύστημα σήμερα;

Posted by eamgr στο 15 Απρίλιος, 2014

Σε συνέντευξη του στην »Καθημερινή της Κυριακής», ο γ.γ. του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας, αποκάλεσε τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Αλέξη Τσίπρα, »σκυλάκι του καναπέ».
Στην ίδια συνέντευξη έθεσε τους στόχους του ΚΚΕ για τις εκλογές, οι οποίοι είναι οι εξής δύο, και της ίδιας βαρύτητας σύμφωνα με την εκτίμηση του : Ο περιορισμός της δύναμης της ΝΔ από την μία, όσο και της επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη. Προηγήθηκε το »τσογλάν μπόι» από τα χείλη της προσωποποίησης της αθλιότητας όπου έχει εκπέσει το ΚΚΕ, της Λιάνας Κανέλλη.

Αυτό το γαϊτανάκι της κατρακύλας του ΚΚΕ κρατά κάμποσο καιρό. Μπήκε στην ημερήσια διάταξη από τότε που ο Μητσοτάκης- παραμονές των δεύτερων εκλογών του 2012- έβαλε δημοσίως το δίλημμα: »Το ΚΚΕ, πρέπει να πάρει θέση, αν εξακολουθεί να τηρεί την συμφωνία που κάναμε το 1974»!!
Εννοώντας, φυσικά, την τότε συμφωνία για την νομιμοποίηση του κόμματος από την άρχουσα τάξη, η οποία συνοδευόταν, καθώς υπαινίσσεται ο επικεφαλής της δυναστείας αυτής, με την δέσμευση εκ μέρους του ΚΚΕ ότι ο ρόλος του στο μεταπολιτευτικό σκηνικό θα ήταν εκείνος του μη υπονομευτή του συστήματος. Με τα όποια ανταλλάγματα, φυσικά. Τώρα, καθώς φαίνεται, ο ρόλος του θα είναι, ολοφάνερα πλέον, όχι απλώς και μόνο να μην δείξει μια στάση ανοχής ή διακριτικής υποστήριξης σε μια ενδεχόμενη εκλογική πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ (που φαίνεται, έτσι, να μένει δίχως υπολογίσιμα κοινοβουλευτικά, μα και κινηματικά στηρίγματα), αλλά, επιπλέον, η ανοιχτή υπονόμευση της προοπτικής να συγκροτηθεί αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα- με τις όσες αδυναμίες και ιδεολογικοπολιτικές ανεπάρκειες, έστω, που μπορεί κανείς να καταλογίσει στον ΣΥΡΙΖΑ.
Έτσι και μόνο μπορούν να βρουν εξήγηση οι εξής επίσημες δηλώσεις, έκτοτε: »Είμαστε οι μόνοι που μπορούν να αντιμετωπίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ» (Παπαρήγα, και μένουμε με την απορία σε ποιον, άραγε, απευθύνεται). »Ούτε μια μέρα ανοχής σε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ», »Αν περάσει στον δεύτερο γύρο υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ και της χρυσής αυγής, εμείς θα κάνουμε αποχή» (Κανέλλη, ξανά, και στις δύο περιπτώσεις).

Θα πρέπει να διερευνήσουμε όμως τούτη την στάση υπό το φως του αντίθετου ενδεχόμενου, για να την κατανοήσουμε καλύτερα. Η επικριτκή- έστω- στήριξη από τα αριστερά ένος τέτοιου εγχειρήματος και μόνο, θα δημιουργούσε μια άνευ προηγουμένου δυναμική βασικά και κύρια στο κίνημα, όσο και με αμιγώς εκλογικούς όρους. Θα ήταν σε θέση να συγκροτηθεί, σε μια τέτοια περίπτωση, ένα ισχυρό και άμεσα διεκδικητικό κοινωνικοπολιτκό μπλοκ εξουσίας υπό την ηγεμονία του κόσμου της εργασίας. Ειδικότερα σήμερα, μια κοινή κάθοδος, ή έστω συνεργασία της Αριστεράς στις αυτοδιοικητικές/ευρωβουλευτικές εκλογές, είναι προφανές ότι θα αφαιρούσε κάθε ελπίδα από το μαύρο κυβερνητικό μπλοκ εξουσίας να ελπίζει στην συνέχιση της κυριαρχίας του. Την πραγματικότητα αυτή, αλίμονο, την αντιλαμβάνεται πολύ καλά το ίδιο το σύστημα: Την ίδια ημέρα με την συνέντευξη του Κουτσούμπα, εξάλλου, στις αστικές εφημερίδες φιλοξενούνταν η άποψη Μπαλτάκου ότι μόνο η συνένωση όλου του δεξιού χώρου (των φίλων του της χρυσής αυγής συμπεριλαμβανομένων) θα εξασφάλιζε την μακρόχρονη ηγεμονία στην Δεξιά, μπροστά στο οφθαλμοφανές για εκείνον, μα όχι για το ΚΚΕ, ενδεχόμενο της υπαρκτής, άλλωστε, αριστερής πλειοψηφίας!ΣΗΜΑΙΑ1

Ένα επαναστατικό κόμμα θα στήριζε μια τέτοια προοπτική.
Πρώτον, αν αντιλαμβανόταν, βέβαια, ως βασικό και άμεσο εχθρό του το παρών εξουσιαστικό πολιτικό σύστημα. Τον ίδιο, δηλαδή, που αντιλαμβάνεται σαν εχθρό της η μεγάλη κοινωνική πλειονότητα.
Δεύτερον, αν είχε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, ότι δηλαδη μπορούν να υπερφαλαγγίσουν τους »σοσιαλδημοκράτες», τους »ρεφορμιστές» και τους »ψευτοαριστερούς» του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό το βήμα της πολιτικής ηγεμονίας στον χώρο της αριστεράς και στην εργατική τάξη, άλλωστε, του τον προσφέρει απλόχερα ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ- δεν θα μπορούσε, εξάλλου, έτσι κι αλλιώς, να την διεκδικήσει μόνο για τον εαυτό του σε μια ενιαιομετωπική κινηματική ή εκλογική πραγματικότητα. Όπως, φαίνεται, ότι δεν μπορεί να την εξασφαλίσει και σήμερα.

Το ΚΚΕ θα στήριζε μια τέτοια προοπτική, τέλος, αν η ηγεσία του είχε και την παραμικρή αίσθηση της επαναστατικής τακτικής. Αν ήταν, εν τέλλει, και ξαναγυρνώντας στην αρχή του συλλογισμού, ένα επαναστατικό κόμμα, και όχι ένας μηχανισμός εγκλωβισμού μεγάλων κοινωνικών μαζών στην λογική του μαγγανοπήγαδου της ήττας, καθώς και στην θρησκόληπτη επαγγελία της δευτέρας παρουσίας της Σοβιετικής Ένωσης.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ως προς αυτό το γεγονός ότι το ΚΚΕ, τελευταία, δια στόματος Μαϊλη, έβγαλε σκάρτο μέχρι και το ΕΑΜ της εποποιίας του ’41-’44, με επιχείρημα την αμπελοφιλοσοφία του ότι ήτανε λάθος, όχι μόνο η Βάρκιζα, αλλά όλη η πορεία του ΕΑΜ από την αρχή του- μιας και επρόκειτο για μια κεντροαριστερή συμμαχία, και όχι μια καθαρά κομμουνιστική οργάνωση! Και αυτή η αποτυχημένη στρεψοδικία, όσο και η απίστευτη απαξίωση μιας λαμπρής σελίδας του λαϊκού κινήματος και τόσων χιλιάδων αγωνιστών του, γίνεται από τα σημερινά υπερεπαναστατικά στελέχη του ΚΚΕ, μόνο και μόνο γιατί έτσι ελπίζουν να απαντήσουν στο σήμερα στα μέλη και στους οπαδούς του, στην προφανή απορία τους για ποιον λόγο το κόμμα τους δεν διεκδικεί την ηγεμονία στον χώρο της ευρύτερης αριστεράς.
Πρέπει να πούμε ότι δεν ανακαλύπτουμε την Αμερική λέγοντας ότι είναι τεράστιες οι ιδεολογικοπολιτικές αδυναμίες του ΣΥΡΙΖΑ. Και πρώτα πρώτα, ότι εκφράζει αποκλειστικά την μεσαία τάξη και όχι τις μεγάλες μάζες της αποκλεισμένης κοινωνίας. Ότι είναι ένα μόρφωμα που αποτελεί επίδικο και στοίχημα αν θα το βάλει από κάτω της η αντίδραση ή όχι, καθώς και αν θα αποτελέσει ένα γεφύρι για την επαναθεμελίωση της συμμαχίας των μεσοστρωμάτων με την άρχουσα τάξη, και όχι μια πολιτική πλατφόρμα που να εκφράζει την πλατιά μάζα των περιθωριοποιημένων κομματιών της εργατικής τάξης. Και πολλές άλλες αδυναμίες, που τις έχουμε πει και ξανά πει.
Όμως, το να σπάσει το διαχρονικό ταμπού της απιθανότητας η Αριστερά κάποτε να κυβερνήσει- αυτό αποτελεί καρφί στο μάτι του συστήματος σε αυτήν την συγκυρία.

Είναι φανερό αυτό αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος της επίθεσης του σύγχρονου γκεμπελισμού, όχι προς τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά βασικά προς τις δυνάμεις του λαϊκού κινήματος και ακριβώς μπροστά στον κίνδυνο αυτές οι δυνάμεις να νικήσουν εκλογικά την μαφία που μάς κυβερνά, μέσω του ΣΥΡΙΖΑ.
Μια νίκη, που σήμερα, το ελάχιστο που θα μπορούσε (αλλά είναι και αυτό εξαιρετικά σημαντικό, και ίσως το μόνο που θα μπορούσε να κάνει) θα ήταν να »ξεμπλοκάρει» την ταξική πάλη (που μοιάζει σαν να μην ξεσπάει), και να προκαλέσει η ίδια αυτή η νίκη συγκρούσεις των πλατιών εργαζόμενων μαζών απέναντι στην άρχουσα τάξη, και όχι το αντίστροφο. Συγκρούσεις που μέσα τους μπορεί ξανά να συγκροτηθεί στους δρόμους, στο εργατικό και στο νεολαιίστικο κίνημα, ένα κοινωνικοπολιτικό μπλοκ συμφερόντων για την ανατροπή. Την ανατροπή, έστω, όχι του καπιταλισμού, αλλά τουλάχιστον μιας σειράς από τους όρους της ταξικής σκλαβιάς, και ακριβώς προς τον δρόμο προς την ανατροπή συνολικά του συστήματος. Που δεν θα είναι δουλειά του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά της εργατικής τάξης και του λαού.

Για αυτό και οι ευθύνες του ΚΚΕ, η προδοσία του, ουσιαστικά, αυτήν την περίοδο, μόνο με ιστορικές στιγμές προδοσίας του λαού μπορεί να συγκριθεί.
Και είναι μια σκέτη και μόνο υπεκφυγή οι ψευδοεπαναστατικές κορώνες, οι βερμπαλισμοί, αλλά και οι προσωποκεντρικές, συχνά, διασπαστικές διαφωνίες μέσα στο κίνημα σε σχέση με το ότι πρέπει από σήμερα να συμφωνήσουμε »μέσα ή έξω από το Ευρώ»- ιδιαίτερα όταν το κίνημα δεν ήτανε ποτέ τόσο πολύ σε στάση υποχώρησης, αν όχι και διαλυτικότητας-, αλλά και ιδιαίτερα όταν κανείς (αλλά ούτε και ο ΣΥΡΙΖΑ) δεν έχει μια συγκεκριμένη τοποθέτηση για την πορεία της Ελλάδας έξω από το ευρώ, καθώς και για την θέση της στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας, για τις διεθνείς της συμμαχίες, έπειτα από μια ενδεχόμενη απεμπλοκή της χώρας από τα δίχτυα του ιμπεριαλισμού. Αυτή η ελλειματική, δυστυχώς, μοιάζει να επιβεβαιώνει την εντύπωση ότι όλες αυτές οι κοκορομαχίες γίνονται πάνω στην πλάτη της κοινωνίας που στενάζει, και κόντρα σε αυτήν. Η απτή, συγκεκριμένη τοποθέτηση για όλα αυτά είναι που λείπει, και όχι τα συνθήματα και οι διαμάχες των μηχανισμών για την επικράτηση στο »αριστερό χωριό».

Λοιπόν, ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι επαναστατικό κόμμα, ούτε και ο Τσίπρας μάς θυμίζει σε τίποτε τον Φιντέλ Κάστρο.  Αλλά είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που εκφράζει μια ανάγκη του κόσμου της εργασίας να ελπίσει κάπου.Αυτό είναι, δυστυχώς, το όριο που φαίνεται να φτάνει σήμερα η πολιτική και αγωνιστική ωριμότητα του. Οι εκλογές δεν αλλάζουν τον κόσμο, και για αυτό, εφόσον δεν είναι σε θέση το κίνημα να της περιφρονεί καλώντας στην αποχή και στους δρόμους αντί για τις κάλπες της αστικής δημοκρατίας, όταν μιλάμε για εκλογές, μιλάμε για μια επιλογή σήμερα από τις κάλπες να βγει ο πιο ευνοϊκός για το κίνημα συσχετισμός δυνάμεων.

Η αναγωγή του ΣΥΡΙΖΑ στον υπέρατο εχθρό από μέρους της ηγεσίας του ΚΚΕ, δεν εκφράζει καμιά συνεπή λενινιστική γραμμή, αλλά παρά μόνο τον φόβο της για την ανεξέλεγκτη (και από το ΣΥΡΙΖΑ και από την ίδια) κίνηση μαζών που μπορεί να προκαλέσει.

Κα ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για τις αστικές εκλογές μόνο, και ότι η ψήφος των κομμουνιστών στις κάλπες της αστικής δημοκρατίας, δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι ιδεολογική. Είναι μόνο ψήφος τακτικής, δηλαδή που υπακούει σε ένα ευρύτερο στρατηγικό σχέδιο…

 

Ανδρέας Μπεντεβής

Posted in Αναλύσεις, Επικαιρότητα | Με ετικέτα: , , | 1 Comment »