Eργατικό Αντιϊμπεριαλιστικό Μέτωπο

[επικοινωνία: eamgr@otenet.gr]

Νέος Εμπειριοκρατισμός και Ωφελιμοκρατία: Το πνεύμα μιας εποχής και τα όρια της Αριστεράς

Posted by eamgr στο 14 Οκτώβριος, 2014

Marx on your mind

 

Στην πορεία της ανθρωπότητας δια μέσου του χωροχρόνου ολόκληρες σημαντικές ιστορικοί περίοδοι παίρνουν, αρκετά αργότερα από τον συμβαίνοντα χρόνο, την δική τους ιδιαίτερη θέση, λαβαίνουν αρκετά αργότερα τον δικό τους αποφασιστικό ρόλο στην ιστορική εξέλιξη .

Τα ιδεολογικά τους πλαίσια αποσαφηνίζονται και ξεκαθαρίζουν κατά αυτόν τον τρόπο μόνο σε σχέση με τα προηγούμενα και με τα επόμενα κοινωνικοϊστορικά καθεστώτα. Η επικράτηση των ιδεολογικών ρευμάτων κάθε εποχής μοιάζει ατελής και ανεξήγητη αν ξεκοπεί από την ιστορική τους συνέχεια. Ακόμα και τα ιστορικά χάσματα (ή ασυνέχειες) αμφισβητούνται ως τέτοιες κάποτε, εν τέλει, μέσα από ένα ιδιότυπο πλήρωμα του χρόνου. Η ιστορία ειδωμένη σαν ολότητα μοιάζει με ένα σχέδιο με εσωτερική και αυτόνομη δυναμική. Ένα σχέδιο που διέπεται από την δική του αναγκαιότητα. Οι υλικές και οι ιδεολογικές διαφοροποιήσεις που διέπουν και καθορίζουν το πέρασμα από την μία προς στην άλλη εποχή συμπλέκονται αξεδιάλυτα.

 Όμως, στην πραγματικότητα, είναι οι υλικές διαφοροποιήσεις και αντιθέσεις που οδηγούν το τρένο της ιστορίας και που το κατευθύνουν σε αυτήν ή την άλλη ιδεολογική/επιστημονική θέαση- και όχι το αντίθετο. Άσχετα αν οι ιδεολογίες σαν ρυθμιστικοί κανόνες, ή σαν ένα συλλογικό φαντασιακό υπόστρωμα, ακολουθούν κατόπιν για να επικυρώσουν αυτό το πέρασμα.

 Είναι καθήκον της συνθετικής και όχι της αναλυτικής σκέψης, να συλλάβει έγκαιρα και να καθοδηγήσει την ιστορική συνέχεια και τα άλματα που αυτή μπορεί να κάνει. Μόνο που η εποχή μας είναι η εποχή της αναλυτικής, και όχι της συνθετικής σκέψης.

  Η θέση της ιδεολογίας στην μαρξική θεωρία και η σύγχρονη Αριστερά-Ένα πρόβλημα της εποχής μας

 Η ιδεολογία, όρος αρκετά προβληματικός εξαρχής για την μαρξική θεωρία, εξυφαίνεται ακριβώς πάνω στο οικονομικό εποικοδόμημα. Αυτή είναι μια εξαιρετικά βασική παραδοχή, που ωστόσο ένα μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς δείχνει να λησμονεί. Αλλά, όσο και αν ψάξει αυτή η Αριστερά της μετα-νεωτερικότητας στα βιβλία της ιστορίας, δεν θα βρει καμία κοινωνική επανάσταση που να συγκροτήθηκε, να οργανώθηκε και να νίκησε πάνω στην βάση της ιδεολογίας. Όλες οι κοινωνικές επαναστάσεις εξέφραζαν βαθιές ταξικές και κοινωνικές συγκρούσεις συμφερόντων, οι οποίες αντιπροσώπευαν υλικά ώριμες ιστορικές συνθήκες, και ακριβώς για να αποβούν νικηφόρες έπρεπε να πείσουν μεγάλα, ευρύτερα κοινωνικά στρώματα (ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι επαναστατικές πλειοψηφίες δεν διαμορφώνονται σχεδόν ποτέ, και οπωσδήποτε δεν αλλάζουν σε μια στιγμή τον κόσμο, και αυτό είναι γνωστό παλαιόθεν), να πείσουν, δηλαδή, ότι η επικράτηση των ιδιαίτερων ταξικών συμφερόντων των επαναστατούντων τάξεων θα συνέφερε, εν τέλει, και ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.

 Σε αυτά τα πλαίσια, ασφαλώς, του αγώνα για την επικράτηση των ταξικών συμφερόντων μιας τάξης και των συμμάχων της, διαμορφώθηκαν και τα αντίστοιχα, νέα, ιδεολογικοπολιτικά εποικοδομήματα. Η ιδεολογία διαμορφώθηκε σαν μέσο για την πολιτική κυριαρχία, αλλά δεν αποτελεί ικανή προϋπόθεση για τις κοινωνικές ανατροπές. Είναι περισσότερο ένα συμπληρωματικό (αν και καθόλου αμελητέο, φυσικά) μέσο σύνδεσης, επικοινωνίας και οργάνωσης για τις καταπιεζόμενες κοινωνικές τάξεις.

 Θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι αυτή η ιδεολογικοπολιτική ανεπάρκεια να τοποθετηθούν στην σωστή τους ιεραρχία οι παράγοντες των υλικών συνθηκών και της ιδεολογίας τροφοδοτείται, αλλά και επιβεβαιώνει, το συνολικότερο πισωγύρισμα της επιστήμης, αλλά και της ανθρωπότητας ολόκληρης, στο σημείο που βρισκόταν πριν από τον γερμανικό ιδεαλισμό και την επικράτηση των αξιωμάτων του σε φιλοσοφικό, επιστημονικό και πολιτικό επίπεδο εις βάρος του αγγλικού εμπειριοκρατισμού και του λογικού θετικισμού της εποχής.

Μιλάμε πλέον για την αυγή του 17ου αιώνα. Η νέα εποχή, από πολλές απόψεις, δεν είναι μια εποχή της σύνθεσης ιδεών και κατακτήσεων αλλά περισσότερο μοιάζει με μια εποχή ατέρμονης ανάλυσης δίχως αρχές. Μιας αποειδικευμένης, ακατάσχετης και ασύνδετης ανάλυσης επί παντός επιστητού μάλιστα, που εξυπηρετεί και υπαγορεύεται από τις σύγχρονες μορφές της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας. Και που εδράζεται κυρίως στα πεδία της τεχνολογίας και του κοινωνικού αυτοματισμού που η τυφλή υπαγωγή όλων των ψυχοδιανοητικών δραστηριοτήτων στις νεοφιλελεύθερες επιταγές της κυρίαρχης οικονομικίστικης θεώρησης της ζωής ανατροφοδοτεί ολοένα.

Μπορεί να παρατηρήσει κανείς γύρω από αυτόν τον άξονα (αναλυτική/συνθετική σκέψη) ολόκληρους κύκλους της ανθρώπινης σκέψης δια μέσου των αιώνων.

 Από τον Εμπειριοκρατισμό  προς την Διαλεκτική: Το άνοιγμα προς τον ανατρεπτικό χαρακτήρα της σκέψης

 Ο εμπειριοκρατισμός πρέσβευε, σε λίγες γραμμές, ότι καμιά απόλυτη βεβαιότητα/αρχή δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε πεδία γνώσης πέρα από την αισθητηριακή και μόνο επιστημονική παρατήρηση, και επομένως (με αφετηρία αυτό το αξίωμα), δεν μπορούμε να συνάγουμε από την πραγματικότητα (από κάθε είδους πραγματικότητα που συγκροτεί ένα δεδομένο καθεστώς- κοινωνική, πολιτική, ηθική πραγματικότητα κτλ), την δυνατότητα ύπαρξης εντός της των όρων για την ανατροπή της. Με λίγα λόγια, ότι δεν μπορούμε να εκλάβουμε την πραγματικότητα σαν κάτι άλλο από αυτό που φαίνεται ότι είναι. Αυτό που αντιλαμβάνομαι σαν πραγματικότητα με τις αισθήσεις μου δεν συγκροτεί έναν κόσμο βεβαιοτήτων, ή αναγκαιοτήτων, για αυτό και εξάλλου η κοινωνική συνύπαρξη δεν δύναται να δομηθεί γύρω από αναγκαιότητες και συλλογικές συμβάσεις. Αυτό είναι το κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο του εμπειριοκρατισμού, του κάθε είδους εμπειρισμού καθώς και του λογικού θετικισμού (σύμφωνα με τους θιασώτες του λογικού θετικισμού, όλα αποτιμούνται ως αληθή ή όχι με βάση μία και μόνο λογική οδό- στραγγαλίζοντας κατά αυτόν τον τρόπο την ρευστότητα και την δημιουργική αντιφατικότητα της ζωής και των φαινομένων της).

 Προφανώς ο εμπειριοκρατισμός στην εποχή του, άθελα ή μη δεν έχει σημασία, συγκροτούσε ένα ασφαλές πλέγμα γύρω από την δεδομένη ταξική κυριαρχία, η οποία αναπαράγονταν με βάση τον άξονα του νόμου του ισχυρού έξω από κάθε είδους κοινωνικά συμβόλαια και δεσμεύσεις.

 Αυτήν ακριβώς την εσωτερική αντιφατικότητα- δυναμική των πραγμάτων προσπάθησε (και πέτυχε) να αναδείξει τόσο η καντιανή φιλοσοφική προσέγγιση, όσο και- κυρίως- η εγελιανή διαλεκτική.

Ο Καντ κατόρθωσε μέσα από το τεράστιο σε σημασία και σε όγκο έργο του να αποδείξει ότι μπορεί όντως ο άνθρωπος να συλλάβει και να κατηγοριοποιήσει τον κόσμο, την φύση, και τις λογικές έννοιες, χρησιμοποιώντας δικές του a priori λογικές κατηγορίες. Ο Χέγκελ, με κινητήρια δύναμη την αρχή ότι η σκέψη είναι μια αρνητική δύναμη, η οποία αρνείται ακριβώς να αποδεχτεί την οποιαδήποτε πραγματικότητα όπως αυτή της παρουσιάζεται, ξετύλιξε το νήμα της εν τοις πράγμασι αντιφατικότητας και της εννοιολογικής σύνθεσης μιας οποιασδήποτε λογικής κατηγορίας μέσα από την αναίρεση της από το αντίθετο της. Με λίγα λόγια, πυρήνας της εγελιανής διαλεκτικής είναι η κινητικότητα, η αντιφατικότητα και η συγκρουσιακή φύση των πραγμάτων σαν αίτιο οποιασδήποτε μορφή ζωής και λογικού φαινομένου.

 Η εγελιανή διαλεκτική μας δίδαξε, επομένως, πολλά πράγματα,  και το βασικότερο που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι η ίδια η δεδομένη πραγματικότητα είναι συγκροτημένη από εσωτερικές αντιθέσεις που την διαπερνούν και θα κυοφορήσουν αργά ή γρήγορα την ανατροπή της. Ας μην αναφερθούμε στο περιεχόμενο και στην ώθηση που αυτή η αντίληψη έδωσε σε άλλα επιστημονικά πεδία (όπως οι φυσικές επιστήμες), και ας μείνουμε στο επίπεδο της φιλοσοφίας και της πολιτικής θεωρίας.

 Η διαλεκτική σχέση αφέντη και δούλου για παράδειγμα, καθώς μας έδειξε ο Χέγκελ, είναι μια σχέση όπου την συνείδηση της ελευθερίας την κατέχει εκείνος ο όρος της αντιθετικής ενότητας (ο δούλος), που από αυτήν του την θέση μπορεί ακριβώς να συγκροτήσει τους όρους εκείνος που του λείπουν (τους όρους, δηλαδή, της ελευθερίας), σε αντίθεση με τον αφέντη που αυταπατάται ότι είναι κάτι περισσότερο από εξαρτώμενος όρος  σε αυτήν την σχέση: Ενώ είναι εξαρτώμενος ακριβώς από την ύπαρξη ενός άλλου όρους (του δούλου), και για αυτό τον λόγο βαθιά ανελεύθερος και με ουσιαστική έλλειψη ανεξαρτησίας.

 Η μαρξική θεωρία βασίστηκε ακριβώς σε αυτό το αξίωμα για να μιλήσει για την γενικευμένη ανθρώπινη χειραφέτηση και για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ακριβώς λόγω του έργου του Μαρξ και της επαναστατικής δράσης των λαών του κόσμου σε ολόκληρο των 20ο αιώνα, η διαλεκτική θεώρηση της πραγματικότητας επιβλήθηκε (με όλα τα πισωγυρίσματα και τις στρεβλώσεις της) σε μεγάλο βαθμό εις βάρος του κάθε είδους εμπειριοκρατισμού.

 Οπωσδήποτε, και το πέρασμα στην διαλεκτική, την πλέον ανατρεπτική γνωσιολογία, προήλθε σαν αποτέλεσμα της τεράστιας απελευθέρωσης κοινωνικών δυνάμεων που σήμανε η βιομηχανική επανάσταση και το προϊόν της ιστορίας, το καπιταλιστικό έθνος-κράτος.

 Η επιστροφή του εμπειριοκρατισμού, και η επιρροή του στην σύγχρονη Αριστεράempeiokritikismos

 Ιστορικά, ωστόσο, σήμερα βρισκόμαστε σε μια άνευ όρων επιστροφή στον εμπειριοκρατισμό σε όλα τα σημεία από όπου διεκπεραιώνεται η κοινωνική αναπαραγωγή.

Η επιστημονικοτεχνική επιβολή και οι σύγχρονες εξουσιαστικές σχέσεις, σφραγίζουν κάθε όψη αυτής της αναπαραγωγής με την ωφελιμοκρατία (συνάρτηση της αποσπασματικής και εξ ολοκλήρου υποκειμενικής θεώρησης των πραγμάτων που εμπεριέχει ο εμπειριοκρατισμός), να σφίγγει τα δεσμά στα μάτια της ανθρωπότητας κρύβοντας τον ήλιο του όλου και της ενότητας των πραγμάτων. Οι φυσικές επιστήμες, η τεχνική επανάσταση, οι κατεστημένοι ηθικοί κώδικες, ο κατεστημένος τρόπος ζωής, οι αλλοτριωμένες από κάθε άποψη κοινωνικές σχέσεις, συντείνουν προς αυτήν την ιστορική διολίσθηση με όρους μιας νέας υπαγωγής κάθε τι ανθρώπινου στις φετιχοποιημένες, όσο και καθολικές, φενάκες του χρήματος και της στρεβλού είδους αντίληψη για την ατομικότητα.

 Αυτό που φαίνεται, το δεδομένο, η επιβολή αυτής της οικονομετρικής/καταναλωτικής πραγματικότητας, η τυραννία της αποκοινωνικοποίησης, όλα αυτά κυριαρχούν και παρουσιάζονται σαν αιώνιος φυσικός νόμος, και σαν την μόνη αληθινή ανθρώπινη φύση-κατάσταση! Όλα στην επιστήμη και στην ζωή περιστρέφονται γύρω από τον άξονα ενός χυδαίου, ωφελιμιστικού, νέου τύπου λογικό θετικισμό.

Ο καταιγισμός πληροφοριών και πλασματικών αναγκών έχουν διαμορφωθεί ήδη σε πολιορκητικό κριό που διασφαλίζει την πρόσδεση του σύγχρονου ανθρώπου στην ηλεκτρική καρέκλα της αποσπασματικότητας και του εφήμερου.

 Δυστυχώς, η μάχη για την δικαίωση των διαλεκτικών ιδεών είναι για αυτό μια τεράστια και πολύ δύσκολη υπόθεση. Ακόμα πιο πολύ εφόσον φαίνεται πως οι  κοινωνικές/πολιτικές δυνάμεις που θα έπρεπε από αυτές να καθοδηγούνται- αντί για αυτό να απέχουν από αυτές παρασάγγας!

 Όλα αυτά έχει μια αξία να τα αναφέρει κανείς εφόσον σήμερα, για το μεγάλο κομμάτι των δυνάμεων της αριστεράς, η μάχη φαίνεται να εξαντλείται αντίστοιχα στο πεδίο των συνθημάτων, των ιδεών, των επιστημονικοφανών αναλύσεων πολύ μακριά από μια ουσιαστική τοποθέτηση για την άμεση, ταξική και υλική κατάσταση της κοινωνίας, που να μην εξαντλείται μόνο σε μια αφηρημένη και ηθικιστική όψη της αλληλεγγύης, αλλά να προχωρά και ένα βήμα παραπέρα. Στην ανοιχτότητα του μέλλοντος, σε μια ολιστική τοποθέτηση που να συνθέτει μια προοδευτική θέαση για την κοινωνική οργάνωση, τις ανθρώπινες σχέσεις, τον πολιτισμό.

 Πολλώ δε μάλλον εφόσον αυτού του είδους η παρέμβαση εξαντλείται στα όρια της συγκυρίας (ή μάλλον της επικαιρότητας), όπως την καθορίζει η άρχουσα τάξη και τα φερέφωνα της- δεν είναι, δηλαδή, αρκετά δυνατή να χαράξει η ίδια τις διαχωριστικές γραμμές και τα πεδία της αντιπαράθεσης, να παράξει συγκρούσεις και να διαφύγει από έναν, θα λέγαμε, κύκλο εμπειριοκρατικής και μόνο πρόσληψης τόσο της ταξικής επίθεσης και των επιφαινομένων της, όσο και της ίδιας της αντίδρασης σε αυτά.

 Η παραίτηση από τους διαλεκτικούς τρόπους ανάλυσης και διαχείρισης της πραγματικότητας, η ανάδειξη των καπιταλιστικών μέσων επιβολής (όπως το καπιταλιστικό διαδίκτυο) σαν κοινωνικοποιημένα μέσα έκφρασης και ανατροπής (ενώ αυτό στην πραγματικότητα διεκπεραιώνει με απίστευτα αυτοματοποιημένους όρους την αποξένωση, τον ανώδυνο ατομικισμό στα όρια του ναρκισσισμού, την ανάθεση, και εν τέλει την αποκοινωνικοποίηση), η θεώρηση της κοινωνικής αποσάθρωσης σαν ξεκομμένα και αυτοτελή σχεδόν πεδία αντιπαράθεσης για αυτήν ή για εκείνην την κοινωνική ιδιότητα/ταυτότητα- όλα αυτά συντείνουν σε μια απογοητευτική αποχώρηση από την ενιαία και συγκροτημένη αντίληψη για τον κόσμο που ζούμε, αλλά και θα θέλαμε να χτίσουμε.

 Φαίνεται, για παράδειγμα, ότι δεν δύνανται οι προοδευτικές δυνάμεις να οριοθετήσουν έναν χώρο άσκησης της πολιτικής τους δράσης πέρα από τα όρια που τους θέτει η κυριαρχία, ούτε και να δημιουργήσουν εκείνες εξελίξεις αντί να τρέχουν πίσω από τις εξελίξεις που αποδεσμεύει η κυριαρχία. Φαίνεται, επίσης, ότι δεν μπορούν να οριοθετήσουν ούτε και μια συγκροτημένη αντίληψη για την ύπαρξη, την ατομικότητα, την θέση του ανθρώπου στην κοινωνία, ή για τα ατομικά δικαιώματα σε έναν άλλο χώρο πέρα από αυτόν όπου, και όπως, τα καθορίζει όλα αυτά η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία.

 Το παράδειγμα της Ελλάδας

Μιλώντας για την χώρα μας, ειδικότερα, όλα αυτά έχει επίσης μια αξία να τα αναφέρει κανείς, εφόσον είναι φανερό ότι η άρχουσα τάξη και τα πολιτικά/κοινωνικά της στηρίγματα, καταφέρνουν ακόμα να κρατούν την εξουσία εν μέσω μιας χρεοκοπημένης, επί της ουσίας, εθνικής οικονομίας και μιας βουτηγμένης στην πνευματική και υλική εξαθλίωση κοινωνίας. Και αυτό δεν είναι απόρροια ενός συλλογικού παραμυθιού για την σωτηρία του έθνους. Η συναίνεση της κοινωνίας στα ιδεολογήματα της κυριαρχίας δεν είναι ούτε στατική, αλλά ούτε και επιφανειακή, παρότι δεν είναι δεμένη σε στέρεες ιδεολογικές βάσεις. Ούτε και βασίζεται σε συνθήματα, ιδέες και επιστημονικές αναλύσεις. Θα μπορούσε με ασφάλεια να πει κανείς ότι η αποϊδεολογικοποίηση, η αποπολιτικοποίηση και η γενικευμένη αποκοινωνικοποίηση- εδραιωμένη ωφελιμοκρατία, είναι ο πιο συμπαγής τοίχος αυτής της συναίνεσης, και όχι η συστράτευση σε μια συγκεκριμένη ιδέα.

 Στο δια ταύτα: Πίσω απ΄ αυτή την συνθήκη-καθεστώς, εκφράζεται μια σαφή ταξική συμμαχία ενός κομματιού που αναφέρεται στο 30% της κοινωνίας- το οποίο 30% βρίσκεται ακόμα »στον αφρό». Και είναι αυτό κατορθωτό, μόνο και μόνο επειδή η μεγάλη, η συντριπτικά μεγάλη, κοινωνική πλειοψηφία είναι κατακερματισμένη σε όλα τα επίπεδα: Ταξικά, βασικά, και για αυτό και ιδεολογικά, πολιτικά, πολιτισμικά κτλ.

Ποιο είναι αυτό το 70%, όμως, στο οποίο αναφερόμαστε, και το οποίο ζει σήμερα είτε κάτω από τα όρια της φτώχειας (36%), είτε στις παρυφές της (34%, δηλαδή συνολικά φτώχεια και παρυφές φτώχειας μαζί μάς κάνουν 70%);

Είναι, βασικά, η πολύ μεγάλη πλειονότητα μεταξύ των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, ένα κομμάτι των μισθωτών του δημόσιου τομέα, οι άνεργοι, η συντριπτική πλειονότητα ανάμεσα στους μικροεπαγγελματίες, οι εργάτες γης, σχεδόν το σύνολο από τους μετανάστες, καθώς και οι έφηβοι- νέοι όλων αυτών των οικογενειών, και το οποίο 70% (με τις αναμφίβολες ταξικές και άλλες διαφοροποιήσεις εντός του) βρίσκεται σε προφανή ταξική σύγκρουση, όχι μόνο με την τροϊκανή επιτήρηση, αλλά βασικά με το υπόλοιπο 30%. Εκείνο ακριβώς που δηλώνει, και είναι, πολύ ευχαριστημένο με την ζωή του σε πλείστες όσες κοινωνικές έρευνες.

Σε αυτό το 30% βρίσκουμε το μεγάλο κεφάλαιο, ένα υπολογίσιμο κομμάτι των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, την πλειονότητα των δημοσίων υπαλλήλων, τους μεγάλους και μεσαίους ιδιοκτήτες γης, πολύ μεγάλα κομμάτια από τους μικρούς καπιταλιστές, χιλιάδες ιδιοκτήτες ακινήτων, καθώς και οι νέοι- έφηβοι όλων αυτών των οικογενειών.

 Τέσσερις παρατηρήσεις για την κατάσταση του παγκόσμιου απελευθερωτικού κινήματος.

Ως προς την κατάσταση, το μέλλον και την διαχείριση αυτών των δύο αντίπαλων στρατοπέδων του κοινωνικού πολέμου, οφείλουμε να κάνουμε τέσσερις παρατηρήσεις. Οι οποίες δεν εξαντλούνται μόνο στην περίπτωση του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, καθώς αφορούν (στον έναν ή στον άλλον βαθμό) την κατάσταση του εργατικού κινήματος σε παγκόσμιο, σχεδόν, επίπεδο.

 Η πρώτη παρατήρηση είναι και η πιο σημαντική: Η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία μοιάζει να είναι αόρατη. Ας αναφερθούμε, για χάριν συντομίας, στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, και στους ανέργους (που έτσι και αλλιώς είναι δυσδιάκριτα μεταξύ τους τα όρια). Όχι μόνο κινηματικά βρίσκεται σε κατάσταση απίστευτης διαλυτικότητας ο κόσμος της εργασίας (με αντικειμενικούς όρους να συμβάλλουν σε αυτό π.χ. Μαύρη και ανασφάλιστη εργασία, ελαστικές σχέσεις, ποινικοποίηση του συνδικαλισμού κτλ), όχι μόνο η μάχη της οργάνωσης των ανέργων χάθηκε πριν δοθεί, αλλά από ό,τι φαίνεται αυτές οι τεράστιες κοινωνικές μάζες μοιάζει να έχουν εγκαταλειφθεί στην μοίρα τους ολοκληρωτικά: Αρκεί να συλλογιστεί κανείς ότι για το 60% των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα ο μέσος μισθός δεν ξεπερνά τα 400 ευρώ (και σε ένα αντίστοιχο ποσοστό καθυστερούμενα), ότι το δικαίωμα στην απεργία και στην συλλογική διευθέτηση των όρων εργασίας είναι επί της ουσίας καταργημένο, για να συμπεράνει την απόλυτη μοναξιά/πολιτική αδυναμία αυτών των τεράστιων μαζών.

 Η δεύτερη παρατήρηση αναφέρεται στην παραίτηση ουσιαστικά της πλειονότητας αυτών των στρωμάτων από την πολιτική δράση. Σε αυτό το σημείο τεράστιας σημασίας είναι η ίδια η ανεπάρκεια των αριστερών συλλογικοτήτων να παρέμβουν ουσιαστικά σε αυτά τα στρώματα, απόρροια ενός γενικότερου ιδεολογικοπολιτικού ελλείμματος που ανέδειξε η νεοφιλελεύθερη αποδιάρθρωση της κοινωνίας, αλλά και η ιστορική πτώση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού (τα ουσιαστικά αίτια της οποίας δεν έχουν γίνει αντικείμενο μιας επιστημονικής επεξεργασίας, και για αυτό η συζήτηση για αυτά αναμοχλεύει ολοένα μόνο ηθικοκεντρικές και μηχανιστικού τύπου αναλύσεις, μακριά πολύ από μια ουσιαστική τοποθέτηση για την συνολικότερη αντιπαράθεση καπιταλισμού/σοσιαλιστικών σχηματισμών κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα, και ειδικότερα σε σχέση με την οικονομική, παραγωγική, γεωπολιτική της όψη- που είναι και οι πλέον σημαντικές). Αυτή η ελλειμματική έχει, σαφώς, παγκόσμιο χαρακτήρα.

 Η τρίτη παρατήρηση έχει να κάνει μια παραδοξότητα που αποφεύγουμε να ομολογήσουμε. Ότι σε όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης, σε παγκόσμιο επίπεδο, οι απαιτήσεις και οι ανάγκες της κοινωνίας- στον βαθμό και με τον τρόπο που εκφράζονται- μοιάζουν συνολικά σαν ιδιοτελείς και αντίθετες με το εθνικό συμφέρον. Μοιάζει, δηλαδή, σαν το σχέδιο της λιτότητας και της καταστολής που φέρνουν σε πέρας οι αστικές τάξεις σε μια σειρά από χώρες να εμφανίζεται περισσότερο σύμφωνο με την κοινωνική ωφέλεια- σε αντίθεση με τις εργατικές διεκδικήσεις που λογαριάζονται από την πλειονότητα σαν παράταιρες, σχεδόν εγωιστικές. Ακριβώς επειδή είναι κατακερματισμένες. Επομένως, κατά κάποιον τρόπο, η εργατική τάξη έχει απολέσει εδώ και καιρό το ηθικό της πλεονέκτημα.

 Η τέταρτη παρατήρηση έρχεται σαν απόρροια των τριών προηγούμενων. Με βάση αυτές τις τρεις ελλειμματικές το σύστημα σήμερα φαίνεται ότι μπορεί σχεδόν άνετα να δημιουργεί καταστάσεις ιδεολογικοπολιτικής κατίσχυσης εκμεταλλευόμενο για αυτό κοινωνικές συνθήκες που γεννιούνται αυθόρμητα και διαρκώς. Ο πόλεμος όλων εναντίον όλων δεν έχει μόνο οικονομικό χαρακτήρα. Έρχεται σαν συνέπεια μιας εποχής όπου, όπως ποτέ άλλοτε, οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις και διαιρέσεις είναι πολυεπίπεδες: Ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο πολύ, και ταυτόχρονα, έντονες όχι μόνο οι ταξικές (όπως και οι συντεχνιακού τύπου ενδοταξικές διαφοροποιήσεις), αλλά μέσα σε αυτές επίσης μια σειρά από άλλες διαφοροποιήσεις: Οι έμφυλες, οι διεμφυλικές, οι θρησκευτικές, οι πολιτισμικές διαιρέσεις μοιάζει όχι μόνο να τέμνουν οριζόντια και κάθετα τις δυτικού τύπου καπιταλιστικές κοινωνίες προστατεύοντας την έκαστη άρχουσα τάξη η οποία τις παράγει και τρέφεται οικονομικά και πολιτικά από αυτές, αλλά καθορίζει σε ένα βαθμό και τις διεθνείς εξελίξεις μιας και περιέχουν (αλλά και εκφράζουν) έναν διεθνικό χαρακτήρα.

 Ας μην επεκταθούμε, για την οικονομία του χώρου, στον τρόπο με τον οποίον το παγκόσμιο εξουσιαστικό σύστημα (με όλες τις ανυπέρβλητες, σε τελική ανάλυση, αντιθέσεις του) εκμεταλλεύεται αυτά τα δεδομένα, ή στην κατεύθυνση που παίρνουν αυτές οι εξελίξεις από την σκοπιά ακριβώς αυτού του συστήματος. Αξίζει, αντίθετα, να κοιτάξουμε αυτά τα δεδομένα και τις εξελίξεις που αποδεσμεύουν από την σκοπιά των πλατιών κοινωνικών μαζών.

Και για να το κάνουμε πιο σαφές: Οι πλέον σημαντικές σύγχρονες εξεγερσιακού τύπου καταστάσεις παρατηρήθηκαν σε χώρες της Βορείου Αφρικής, της Μέσης Ανατολής, αλλά και στην Ουκρανία. Γίνεται όλο και πιο φανερό ότι η πολιτική αντιπαράθεση στην Λιβύη και στην Συρία δεν είναι τίποτε άλλο από μια οργανωμένη ένοπλη επιβολή από τα μέσα των συμμάχων του ιμπεριαλισμού και ενάντια στα ενοχλητικά καθεστώτα των χωρών αυτών στα πλαίσια της αντιπαράθεσης του αμερικάνικου, κυρίως, ιμπεριαλισμού με τον άξονα των δυνάμεων του συμφώνου της Σαγκάης (βασικά της Κίνας και της Ρωσίας).

 Αλλά υπάρχει και η περίπτωση της Αιγύπτου και της Ουκρανίας. Τα μαζικά κινήματα τύπου «πλατείας» (που εμφανίστηκε και στην χώρα μας), αποδεικνύουν ότι κομμάτια από τους λαούς εξεγείρονται… για να υπερασπιστούν το δικαίωμα τους να τους διαφεντεύει άλλος και όχι ο συγκεκριμένος κυβερνήτης, αλλά και το δικαίωμα τους να αναγνωριστούν σαν μισθωτοί σκλάβοι εντός του καπιταλιστικού συστήματος- και ακριβώς σαν πρόμαχοι του! Σε καμιά από τις τελευταίες διεθνείς εξεγέρσεις (ακόμα και αν ήτανε υποκινημένες- σχεδόν αδιάφορο αυτό), στο στόχαστρο τους δεν βρέθηκαν όψεις, έστω, της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας. Πέντε χρόνοι βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης και αποσταθεροποίησης, αλλά σε κανένα, σχεδόν, σημείο του πλανήτη ο καπιταλισμός δεν στοχοποιείται σαν υπαίτιος αυτής της κρίσης.

 Μπορούμε να πούμε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά και σε αυτήν την περίπτωση, η αστική επανάσταση του 18ου αιώνα επαναλαμβάνεται σε μια ολότελα στρεβλή μορφή, σαν τραγική φάρσα και σαν ολέθριο πισωγύρισμα, με ακριβώς άκρως συντηρητικά χαρακτηριστικά. Η απόσπαση από τις κοινωνικές μάζες όλων των παρακαταθηκών που άφησε για εκείνες ιστορικά η περίοδος του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης (αντιθετική ενότητα κεφαλαίου- εργασίας εντός του έθνους κράτους, άρνηση επί της ουσίας της ιδιοκτησίας του ατομικού εργάτη πάνω στην εργατική του δύναμη και ιδιότητα, κατάργηση του αυτονόητου της μισθωτής εργασίας, το ίδιο το έθνος κράτος σαν κοινωνικός σχηματισμός αυτής της αντίθεσης/ενότητας), όλα αυτά τα νέα δεδομένα αντί να σηματοδοτήσουν την ταξική υπερφαλάγγιση εκ μέρους των καταπιεσμένων, αντί να τροχιοδείξουν την ανατρεπτική ολοκλήρωση ενός κακοφορμισμένου από καιρό κύκλου ζωής του καπιταλισμού- αντί για όλα αυτά, φαίνεται να γίνονται αυτοί οι ίδιοι παράγοντες ασπίδα των πιο σκοταδιστικών δυνάμεων μέσα στην παγκόσμια ιστορία.

 Στην περίπτωση της Ελλάδας, άλλωστε, στο κίνημα της πλατείας (που ήτανε το πλέον μαζικό από όλες τις απόψεις κίνημα), δόθηκε η ανοιχτή παράσταση της απολιτικοποίησης, της ενδοτικότητας σε κλασικού τύπου αστικές απόψεις και διεκδικήσεις, αλλά, ακόμα ακόμα, και του εθνικισμού. Και, εν πάση περιπτώσει, η ντόπια, απόλυτα κλεπτοκρατική και συμμοριακή αστική τάξη (που δεν αρθρώνεται καν στα επίπεδα μιας αστικής τάξης με εθνικό χαρακτήρα και υποτυπώδη εθνική συνείδηση), δεν έχει μπει σχεδόν καθόλου στο κάδρο της αποδόμησης παρότι τα παραδοσιακά της πολιτικά κόμματα πνέουν τα λοίσθια.

 Ελλάδα: Προοπτικές και κίνδυνοι μιας αριστερής εκλογικής πλειοψηφίαςideologia

 Άραγε, αυτά να είναι τα σύνορα και τα όρια των σύγχρονων από τα κάτω αντανακλαστικών;Αν δεν μπορούμε να απαντήσουμε οπωσδήποτε και τελεσίδικα θετικά σε αυτό το ερώτημα, άλλο τόσο δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι είναι λογικό επόμενο η μόνιμη απουσία πολιτικοποίησης, οργάνωσης και καλλιέργειας της κουλτούρας της συλλογικότητας (εδώ γενικότερα σαν κοινωνικό φαινόμενο), να συντείνουν σε τέτοιες μορφές και σε τέτοια επίπεδα αντίδρασης.

 Τα κοινωνικά εποικοδομήματα που στηρίζονταν σε ταξικές συμμαχίες των 2/3 (άρχουσα τάξη μαζί με την μεσαία τάξη εις βάρος του κόσμου της παραγωγικής εργασίας) βαδίζουν ήδη εδώ και πέντε χρόνια σε μια πορεία αποδόμησης, αναδιάρθρωσης της ηγεμονικής αυτής συμμαχίας, και οπωσδήποτε σε μια νέου τύπου συνθήκη όπου, για την ώρα, εκείνο που φαίνεται να υπερισχύει από πλευράς κοινωνικής δυσαρέσκειας είναι η κατάρρευση κομματιών της μεσαίας τάξης, των δικών τους συμφερόντων, και όχι η θέση (διαρκώς επιδεινούμενη) της εργατικής τάξης, η οποία περιθωριοποιείται τάχιστα τόσο από την άποψη της θέσης της παραγωγική/πολιτική αναπαραγωγή, όσο και στον καταμερισμό του κοινωνικού πλούτου.

 Το πολιτικό επέκεινα μπορεί να κινηθεί σε προοδευτική κατεύθυνση στην Ελλάδα με τον όρο ότι στο επίκεντρο της επαναστατικής προοπτικής θα μπουν οι πλέον καταπιεσμένες μάζες και οι δικές τους ανάγκες. Τα κοινωνικοπολιτικά στρώματα που πάνω τους οικοδομήθηκε και στηρίζεται ο καθολικός κοινωνικοπολιτικός εκφασισμός (όπως ήταν και είναι ένα μεγάλο κομμάτι των μεσοστρωμάτων) δεν θα μπορεί πλέον να εκλαμβάνονται σαν οδηγοί των κινηματικών εξελίξεων. Η συμμαχία με τα πιο υγιή κομμάτια από αυτά τα στρώματα είναι απαραίτητη εφόσον την ταυτότητα αυτής της ανατρεπτικής πορείας θα την καθορίζουν οι πλατιές μάζες του κόσμου της εργασίας, ειδικότερα ακόμα της επισφάλειας, της νεολαίας και των μεταναστών. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια και μόνο έχει νόημα να επαναχαρακτούν οι στρατηγικές και οι τακτικές κινήσεις του λαϊκού κινήματος σε μια σειρά από ζητήματα.

 Το πολιτικό/πολιτειακό ζήτημα μένει ανοιχτό. Νέες μορφές οργάνωσης της κοινωνίας μπορούν και πρέπει να το λύσουν. Όπως επίσης, γύρω από αυτόν τον άξονα πρέπει να οριοθετηθούν οι σχέσεις και το είδος της οικονομικής αναπαραγωγής, η θέση του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στον διεθνή καταμερισμό εργασίας (και στις σχέσεις του ελληνικού λαού με τους γειτονικούς λαούς εν μέσω μιας ολοένα και πιο επικίνδυνης παρατεταμένης περιόδου αποσταθεροποίησης της περιοχής), με τρόπο ανεξάρτητο και αλληλέγγυο, όπως και η νέα οργάνωση της κοινωνικής συνύπαρξης.

 Με σταθερό γνώμονα ότι η κυβερνητική πλειοψηφία της Αριστεράς μπορεί να είναι από μόνη της εξαιρετικά σημαντική από ιστορικής πρώτα από όλα άποψης, αλλά πρέπει βασικά και κύρια να δημιουργήσει όρους σύγκρουσης ήδη από… χτες, πρέπει να βασίζεται σε μια στέρεα κοινωνική/ταξική συμμαχία. Ειδάλλως, μπορεί να αποδειχθεί λαιμητόμος της αριστερής προοπτικής συνολικά της κοινωνίας.

 Το φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει μια σύγχρονη μορφή σοσιαλδημοκρατίας σε μια εποχή όπου η επιστροφή του συστήματος σε σοσιαλδημοκρατικές μορφές διαχείρισης μοιάζει απίθανη και αδύνατη. Σε μια εποχή, επίσης, όπου το παγκόσμιο σύστημα εξουσίας δεν επιτρέπει την λοξοδρόμηση από τις ιερές αρχές της νεοφιλελεύθερης κούρσας των ανταγωνισμών για παγκόσμια κυριαρχία: Που σημαίνει δέσιμο στο άρμα των υπερεθνικών οργανισμών διαχείρισης της εξουσίας και κινεζοποίηση της κοινωνικής ζωής.

 Ακόμα, είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που μπορεί να μην αντιπροσωπεύει επί της ουσίας στέρεες και παγιωμένες ανατρεπτικές κοινωνικές συμμαχίες, ούτε και να δίνει απαντήσεις σε όλα αυτά τα ζητήματα. Ίσα ίσα, το αντίθετο. Και ας μην τρέφουμε αυταπάτες, η κοινωνία έχει συντηρητικοποιηθεί ακραία, και αυτό είναι αληθές ακόμα και αν ο ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία- αλλά για την συντηρητικοποίηση της κοινωνίας έχει μερίδιο ευθύνης και σύμπασα η Αριστερά.

 Η κυριαρχία των μεσοστρωμάτων σε αυτό το πολιτικό μόρφωμα είναι για την ώρα αδιαμφισβήτητη. Αλλά ούτε αυτό δεν είναι φαινόμενο που εξαντλείται στον ΣΥΡΙΖΑ. Το ίδιο ισχύει για το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά.

Η πολιτική πρωτοβουλία κινήσεων δεν είναι δοσμένη σε κανέναν επίπεδο- το αποδεικνύει και η ιστορία ολόκληρη του επαναστατικού κινήματος. Οι πολιτικοί/ταξικοί συσχετισμοί, ειδωμένοι ακριβώς από μια διαλεκτική σκοπιά, βρίσκονται και αυτοί πάντα σε μια ρευστή και δυναμική κατάσταση. Είναι λάθος η Αριστερά στο σύνολο της να εκλαμβάνει την προοπτική του ΣΥΡΙΖΑ να κατακτήσει την εκλογική πλειοψηφία μόνο σαν θετικό ή μόνο σαν αρνητικό ενδεχόμενο. Γιατί τα ζητήματα είναι πολύ πιο μεγάλα από αυτό, και σε άλλα κιτάπια, ούτε στα κοινοβουλευτικά, μα ούτε και στα έντυπα και στις αφίσες της Αριστεράς, γράφεται η ιστορία.

Δυστυχώς, η φανερή αποδιοργάνωση και διαλυτικότητα του λαϊκού κινήματος στην Ελλάδα δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας. Η παραίτηση και η ολιγωρία μπροστά στο ενδεχόμενο μιας εκλογικής επικράτησης είναι ολωσδιόλου αντίθετη με το περιεχόμενο και τους σκοπούς μιας τέτοιας προοπτικής. Φαίνεται ότι η λογική της ανάθεσης πηγαίνει χέρι χέρι με την ιδεολογικοπολιτική ανεπάρκεια των αριστερών δυνάμεων να την ξεσκεπάσουν σαν τον υπέρτατο μοχλό της αντίδρασης και της ήττας.

Η επαναστατική στρατηγική, αν θέλει να είναι νικηφόρα, πρέπει να σχηματίζεται πέρα πολύ από μανιχαϊστικούς αφορισμούς και παραδοχές, πρέπει να ιεραρχεί σαν προτεραιότητα εκείνον τον δρόμο που μπορεί να οδηγήσει και σε άλλα μονοπάτια. Είναι τόσο πολλοί οι κίνδυνοι, αλλά και οι προοπτικές που ελλοχεύουν, που οι απαντήσεις δεν είναι από πριν δοσμένες. Γιατί (πως αλλιώς;) το τοπίο μπορεί να αλλάξει, αν μπουν στο προσκήνιο τα στρώματα που τώρα φαίνονται αόρατα, αρκεί και μόνο να οδηγήσουν τις εξελίξεις πρωτοβουλίες που θα κατευθύνονται, επιτέλους, από τα κάτω προς τα πάνω- το αντίστροφο το ξέρουμε καλά, σημαίνει παραίτηση, φασισμό και πείνα.

 ΣΗΜΑΙΑ

Γιατί, εν τέλει, αυτό που διέπει την Αριστερά (σαν παιδί της διαλεκτικής σκέψης) είναι η αλληλεπίδραση της με τις κοινωνικές μάζες που πρέπει να εκφράσει. Εκτός και αν οι αριστερές ιδέες είναι κτήμα κάποιον μόνο ανθρώπων και όχι κοινωνική κατάκτηση μιας μακρόχρονης, επίπονης και πολύμορφης πορείας στον χωροχρόνο.

Σήμερα, αυτό που λείπει πριν από όλα είναι αυτές οι μάζες και από την Αριστερά, αλλά και από τους κοινωνικούς αγώνες. Και αν μπουν στο προσκήνιο αυτές οι μάζες τότε τίποτε δεν θα είναι το ίδιο- ούτε και η ίδια η Αριστερά, πρώτα από όλα.

 

Ανδρέας Μπεντεβής,στέλεχος του ΕΑΜ

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: