Eργατικό Αντιϊμπεριαλιστικό Μέτωπο

[επικοινωνία: eamgr@otenet.gr]

Μέσα από την δική σου μάσκα με κοιτάς. Άλλον βλέπεις.

Posted by eamgr στο 15 Μαρτίου, 2013

Ημέρες που τα πρόσωπα κρύβονται πίσω από μάσκες κανονικές και όχι αόρατες (όπως τις υπόλοιπες ημέρες), μόνο και μόνο για να φανερωθούν έτσι όπως είναι:  Αθώα στην πραγματικότητα ,μέσα στην ομολογία τους πως θέλουν έστω για λίγο να μην υποκρίνονται, έστω για λίγο, έστω για το έθιμο, να γίνουν κάτι άλλο από αυτό που επιτάσσει η σκληρή καθημερινότητα να δείχνουν. Ημέρες του μασκαρέματος και της μεταμφίεσης. Μην τις φοβάστε.μασκα

Δεν είναι πανάρχαιο μόνο το έθιμο. Είναι πανάρχαια- συνυφασμένη με την ανθρώπινη φύση θαρρείς- η απορία τι σημαίνει καταρχήν εαυτός, πρόσωπο, η θέληση να το αλλάξεις, να το παραμορφώσεις, να ζήσεις έξω από τις επιταγές- κάπου αλλού, που δεν ξέρεις και εσύ, μόνο το ανακαλύπτεις στην συντροφιά σου με τους άλλους. Και είναι τα πρόσωπα μας έτσι κι αλλιώς ύποπτα, μιας και σε αντίθεση με τα χέρια, ή τα πόδια, έχουνε μάθει να υποκρίνονται συνήθως, και καμιά φορά νιώθεις να έχει παγώσει το πρόσωπο σου και εσύ κάτω από αυτό (σαν να είναι γύψινο) να παίρνεις τους αληθινούς μορφασμούς (λύπης ή χαράς) που θέλει στα αλήθεια με αυτούς να ξεσπάσει στα χαρακτηριστικά του προσώπου εκείνο που λέμε ψυχή.

Ούτε η ακατανόητη ανάγκη μας να αλλάζουμε πρόσωπα, ούτε και το παράπονο για ένα κομμάτι που πάντα λείπει είναι ίδιον μόνο της εποχής μας. Κρατάει από τα χρόνια που οι αρχαίοι Έλληνες υμνούσαν τον θεό Διόνυσο,  ντυμένοι φορεσιές ζώων και παραδομένοι μέρες ολόκληρες στο κρασί και στην έκσταση του χορού και των οργίων, μέχρι τα Σατουρνάλια και τα Λουπερκάλια της αρχαίας Ρώμης. Γιορτάζοντας εκεί, την έκπτωση του Κρόνου από τον  Ήλιο, το ανθρώπινο είδος, διηγούνταν μια άλλη παμπάλαια ιστορία: Την έκπτωση του ίδιου του ανθρώπου από τον παράδεισο, και τον εξαναγκασμό σε αυτήν την ζωή, που είναι κάτι άλλο πάντα από αυτό που φαίνεται, που δεν μας αφήνει ποτέ ικανοποιημένους, που η ελευθερία και η ευτυχία σε αυτήν είναι πάντα κάτι που κυνηγάς, πάντα κάτι ευρισκόμενο στο ¨όχι ακόμη¨, που λέει και ο ΄Ερνστ Μπλοχ.

Είναι όλα αυτά άξια μιας βαθιάς ψυχαναλυτικής μελέτης. Πως δηλαδή επί της ουσίας ομολογούμε και συναινούμε στην παραδοχή ότι η ζωές μας είναι κάπου αλλού συνήθως, ότι δηλαδή πάντα θέλουμε τον χορό σε ανοιχτά πεδία που να μην χορταίνει το μάτι σου και όχι τη στεναχώρια, ότι θέλουμε να μπορούμε κάθε μέρα να ντυνόμαστε με τα πιο παράξενα ρούχα που γίνεται, να ζουλάμε την μύτη του κλόουν, και να χανόμαστε, να κρύβουμε ένα συνήθως υπερφίαλο και παραφουσκωμένο ¨εγώ¨ πίσω από το γέλιο, σατανικό ή περιπαιχτικό μιας μάσκας. Πως το αποδεχόμαστε λοιπόν, και προχωράμε φορτωμένοι με τύψεις και εμμονές.

Και είναι για αυτό ίσως που ο Νίτσε, αιώνες ολόκληρες έπειτα από τις Διονυσιακές τελετές έγραψε για την τραγωδία και τον ξεπεσμό που σημαίνει η κυριαρχία του ανθρώπινου λόγου (των φιλοσόφων εννοούσε με πρώτον πρώτον τον Αριστοτέλη) πάνω στο ένστιχτο και στις απολαύσεις. Και εγώ μπορεί να μην συμφωνώ καθόλου με αυτό, φύσει και θέσει ορθολογιστής, αλλά αντιλαμβάνομαι ότι κάπου έχουμε κάνει λάθος σαν ανθρωπότητα όταν θεωρούμε σαν απαύγασμα της αξίας της κοινωνίας την υπακοή στην καθημερινή νόρμα, το να νιώθεις εκμηδενισμένος και παραδομένος σε ξένους, αλλότριους εφιάλτες ενός τέρατος, και αφήνουμε στην άκρη το όνειρο και την αντίληψη εκείνην την όμορφη, την αφηρημένη για την ζωή, όταν ξαποσταίνεις από τον μόχθο και το άγχος λιγάκι και μπορείς επιτέλους να στοχαστείς σαν τρίτος την ζωή σου, και –το πιο σημαντικό, αυτό που λείπει περισσότερο και μας χρειάζεται περισσότερο- να γενικεύσεις, να θεωρητικολογήσεις αναλογιζόμενος το σύνολο, να καταλάβεις ότι είσαι μια χορδή μόνο, μια φλέβα μέσα σε ένα σώμα. Να κάνεις κάτι που σπανίζει: Να νιώσεις, και να βγεις από την θέση σου, ώστε να βρεις την θέση σου μέσα στον κόσμο.αποκρια

Αλλά οι άνθρωποι που έσμιγαν το όνειρο με την ζωή, και που ανάπνεαν κάθε δευτερόλεπτο έναν άλλον αέρα, και το μυαλό τους φτερούγιζε, δεν έμπαινε ποτέ σε κουτάκια έτσι όπως το βάζουμε εμείς, οι άνθρωποι αυτοί λοιπόν πάντοτε διώκονταν σαν αλλόκοτοι, τρελοί ή γραφικοί στην  καλύτερη περίπτωση. Και συνήθως όντως κατέληγαν ή στα τρελάδικα ή στον θάνατο. Πάντοτε έτσι ήταν. Θυμάμαι για παράδειγμα τέτοιες μέρες είναι που αυτοκτόνησε ο Άσιμος, όλον τον Μάρτη σημείωνε σε ένα χαρτί  (έτσι λένε τουλάχιστον) αν υπάρχει λόγος για να ζήσει κι άλλο, έτσι απομονωμένος, βαθιά μόνος (γιατί μπορεί να τον θαυμάζουμε έναν άνθρωπο σαν κι αυτόν, αλλά πρέπει να τον περιθωριοποιήσουμε σαν μίασμα, και αυτό το κάνουμε από ζήλια και συλλογική παράλυση και αδυναμία). Σημείωνε λοιπόν, για κάθε μια μέρα ένα χι (που σήμαινε ότι δεν υπήρχε λόγος) μέχρι που έβαλε ένα τελευταίο χι και κρεμάστηκε. Συνήθως έτσι καταλήγουν όσοι δεν φοράνε μάσκες ποτέ και σε καμιά περίσταση- και παίζουν στο δικό τους έργο πρωταγωνιστές μέχρι το τέλος. Αντίθετα, οι περισσότεροι από εμάς, τις κουβαλάνε παντού, έχουνε μετατρέψει το πρόσωπο τους σε κακόγουστο προσωπείο. Αναρωτιέμαι εάν υπάρχουν σήμερα τέτοιοι άνθρωποι, ονειροπόλοι αρκετά να ταξιδέψουν με το μυαλό τους σε όλες τις διαστάσεις, να ρισκάρουν να χάσουν και να καούν από το όνειρο αυτό.

Σίγουρα θα υπάρχουν. Έχω γνωρίσει ήδη αρκετούς. Μόνο που κάπου μπερδεύονται νομίζω. Μπερδεύουν συνήθως την νοητή εμπειρία με την υλική υπόσταση, θεωρούν ταξίδια αυτά που κάνουν στο εξωτερικό (ενώ μπορείς να ταξιδέψεις και μέσα στο δωμάτιο σου, δεν υπάρχει αμφιβολία), ή άλλοτε θεωρούν ελευθερία το μοίρασμα του κορμιού μονάχα, θα υπάρχουν δε μπορεί μόνο που η εποχή της τεχνικής που μας κατακλύζει στρέφει αλλού, απορροφάει την δημιουργικότητα τους. Και στη μάχη της επιβίωσης, δυστυχώς πλέον πρέπει να υποκρίνεσαι για να τα βγάλεις πέρα: Να υποκρίνεσαι σαν μαθητής, σαν γιος ή κόρη, να υποκρίνεσαι σαν ερωτικός σύντροφος, σαν εργαζόμενος αργότερα, σαν άνεργος, σαν φίλος. Λες και όλοι μας κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας, λες και κλείνουμε ο ένας στον άλλον το μάτι για να υποδηλώσουμε την συνενοχή μας σε ένα έγκλημα: Καθώς σκοτώνουμε κάθε στιγμή την αλήθεια.

Για αυτό λοιπόν, να μην φοβάστε τις μάσκες που πουλάνε στην αγορά, ή εκείνη που φοράμε στις μαζώξεις τις μέρες αυτές. Είναι πολύ αθώες. Πολύ κοντά σε αυτό που θέλαμε να ήμασταν, και από φόβο και αδυναμία το ρεζιλεύουμε.

*Ο τίτλος είναι ένα από τα Μονόχορδα του Γιάννη Ρίτσου.

 

Ανδρέας Μπεντεβής

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: