Eργατικό Αντιϊμπεριαλιστικό Μέτωπο

[επικοινωνία: eamgr@otenet.gr]

  • Κατηγορίες

  • Πρόσφατα

  • Τρέχον μήνας

    Δεκέμβριος 2012
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Νοέ.   Ιαν. »
     12
    3456789
    10111213141516
    17181920212223
    24252627282930
    31  
  • Κατάλογος

Κάθε Δεκέμβρη….

Posted by eamgr στο 29 Δεκέμβριος, 2012

..ταξιδεύουμε κόντρα στο καιρό!

αρχη

Κάθε Δεκέμβρη, ο χρόνος μας τελειώνει και αρχίζει σαν να μην είναι ένα απόλυτα φυσικό μέγεθος, έστω και μέσα στη σχετικότητα του. Περιδιαβαίνει μέσα στους υπολογισμούς και  στις κουβέντες μας σαν να είναι κάτι που δεν μας ανήκει, ούτε και μπορούμε να τον προφτάσουμε συνήθως. Δεν εννοώ εδώ τον χρόνο με την έννοια του έτους των 365 ημερών του ημερολογίου που μετρά τις ζωές μας και που καθόριζε (για σκεφτείτε: καθόριζε, δεν καθορίζει πια στα πλαίσια της νέας οικονομετρίας της κοινωνικής αναπαραγωγής) πότε είναι καιρός για να δουλεύεις, να σπουδάζεις ή και να διακοπάρεις, να ξαποστάσεις μια Κυριακή που ποτέ δεν ήταν δικιά σου ακριβώς μιας και σχεδόν πάντα το οργανόγραμμα της καθημερινότητας που μέσα της βουλιάζουμε ,σού καθορίζει τις Κυριακές και τις διακοπές σου δια μέσου των κατεστημένων καταναλωτικών και ψυχαγωγικών προτύπων .

 Κυρίως, δια μέσου της υπαγωγής του μέσου ανθρώπου σε αυτό που λέμε «ψυχαναγκασμό», ατέρμονο κυνήγι να παραμείνεις ο εαυτός σου- και τι είναι, πως διαμορφώνεται αυτό που λέμε εαυτός αν όχι από την συνεχή αλληλεπίδραση των κοινωνικών σχέσεων και των συνθηκών που μέσα τους γεννιόμαστε και διαρκώς παλεύουμε να χωρέσουμε μέσα τους αντί να τις φέρουμε εμείς στα δικά μας μέτρα;

 Όχι, εδώ μιλάμε για τον άλλον χρόνο, εκείνον που κάποτε ήταν δικός μας, μπορούσαμε να τον ξοδέψουμε σαν να είναι ατελείωτος, τον χρόνο μας τον μοιρασμένο ανάμεσα σε ολονύχτιες αναζητήσεις, σε συζητήσεις «από την καρδιά ως την καρδιά» έξω από τυπικότητες και ανασφάλειες που αποκτούν οι άνθρωποι με το πέρασμα του χρόνου καθώς «πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν» που λέει και ο ποιητής, τον χρόνο τον μοιρασμένο απλόχερα σε νησιά που χάνονται μέσα στον ήλιο και την λευκότητα τους ή σε μοναχικούς περιπάτους στα στενά σοκάκια της μεγαλούπολης με την σκιά σου να σε ακολουθεί παντού και να μην σε προσπερνά καθόλου, αντίθετα να μπλέκονται μέσα τις όλες οι σκιές που μείνανε πίσω αναγκαστικά έτσι που οι ζωές μας γίνανε ένας σταθμός εφήμερων αναχωρήσεων και αφίξεων- από που κι ως πότε; Αυτό είναι κάτι που δεν θα το ορίσουμε ποτέ…

 Αυτός ο χρόνος, ο δικός μας χρόνος, εξοβελίζεται, εκτοπίζεται από την ανάγκη της επιβίωσης, από την κατάληψη που κάνει στην σκέψη, στις πράξεις ακόμη και στα όνειρα μας η αγωνιώδης, λαβυρινθώδης προσπάθεια να μείνουμε ακέραιοι, όρθιοι και αξιοπρεπείς (με μια λέξη, να μείνουμε άνθρωποι) μέσα σε αυτό το σφαγείο.

 Γιατί άλλαξαν οι καιροί, γύρισαν τούμπα οι εξουσίες και συγκεντρώθηκαν σε ελάχιστα χέρια, διασπάστηκε η κοινωνία σε χίλια κομμάτια, και τώρα κάνουν κουμάντο πολύπλοκοι, απρόσωποι μηχανισμοί. Γιατί η εργασία από αυτονόητο δικαίωμα και όρος συμμετοχής στα κοινωνικά αγαθά έγινε αντικείμενο λοταρίας (κυριολεκτικά, πρόσφατα έγινε κι αυτό σε μια χοροεσπερίδα Λυκείου), και ο ατομικός εργάτης, ο άνεργος έγινε αριθμός «που περισσεύει».1

 Και μάταια πλέον περιμένει το μικρό παιδί το δώρο των Χριστουγέννων, μάταια η οικογένεια περιμένει να μοιραστεί δυο τρεις κουβέντες ανόθευτες, απλές και ανέμελες, όλα περιστρέφονται γύρω από τα ίδια και τα ίδια, οι άνθρωποι παρακολουθούν τα δελτία ειδήσεων και τα ψυχαγωγικά προγράμματα στην τηλεόραση όπως τα παρακολουθούν οι άρρωστοι στα μουντά και γκρινιάρικα νοσοκομεία- και να πεις, τουλάχιστον εκείνοι δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς παραδομένοι στις ατέρμονες ώρες της αναμονής, εμείς τι κάνουμε;

 Και είναι ο Άγιος Βασίλης άνεργος κι αυτός, κι όχι ότι πιστέψαμε ποτέ σε αυτά τα μικροαστικά παραμύθια, εμείς πιστεύαμε πάντα στην γιαγιά που λέει ιστορίες δίπλα από το τζάκι και ζεσταίνει κάστανα, πατάτες και ψωμί, κι ήταν, λέει, πιο νόστιμα παλιά τα μελομακάρονα και οι κουραμπιέδες, αλλά δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς όλα τα παλιά είναι πιο νόστιμα πάντα, ίσως επειδή δεν μπορούμε να τα γευτούμε ξανά, ή πολύ απλά επειδή οι άνθρωποι με αυτά τα λίγα περνούσανε πιο ζεστά τις μέρες τους μιας και ξέρανε πως να τα μοιράζονται, ξέρανε πως το μοίρασμα ήταν η ουσία, φώναζαν στο σπίτι τους όλη την γειτονιά και ας είχανε ψίχουλα στο τραπέζι,  πολύ πριν κλειστεί ο καθένας στο δικό του χάρτινο οχυρό, πολύ προτού μάς κυριέψουν οι εγωμανίες και οι  ηλίθιοι  ανταγωνισμοί.

Κάθε τι όμορφο και απλό μοιάζει λοιπόν απόκομμα ενός παρελθόντος πολύ μακρινού, λες και η ανθρωπιά είναι στοιχείο της παράδοσης όπως τα τραγούδια ή όπως οι παράξενες εκείνες φορεσιές που βλέπουμε στις ξεθωριασμένες φωτογραφίες ή στα λαογραφικά μουσεία. Για τα μουσεία λοιπόν και η απλότητα, το άπλωμα του χεριού ή το αυθόρμητο σκούντημα του αγκώνα όταν θες χωρίς λόγια να υποδείξεις κάτι όμορφο που αν δεν το δει κι ο άλλος φαίνεται ανούσιο που το βλέπεις μόνο εσύ…Πως αλλιώς;

 Σήμερα, η τεχνική έχει καβαλήσει πάνω στην αμεσότητα, γιατί μπορεί να μαζευόμαστε και πάλι όλοι μαζί σε σπίτια και σε παραλίες αλλά δεν ζούμε στο τώρα, παρά χαζεύουμε βιντεάκια και φωτογραφίες παρμένες από την σκόρπια θάλασσα του διαδικτύου ή και από τα δικά μας κινητά νέας τεχνολογίας. Αναζητάμε να αποθανατίσουμε διαρκώς τις στιγμές μας ξεχνώντας όμως έτσι ασυναίσθητα να τις αποθηκεύσουμε στην μνήμη και στην καρδιά μας.

 Και τα πράγματα δεν πηγαίνουν καθόλου καλά μιας και στήνονται ολόκληρες εκπομπές που κρίνουν πως πρέπει να είναι ένα σωστό τραπέζωμα, πως πρέπει να φέρεται ο οικοδεσπότης, τι να μαγειρέψει και πώς να το σερβίρει μετατρέποντας ένα ζήτημα του είναι (το πώς νιώθεις) σε ζήτημα του φαίνεσθαι (το πως να φέρεσαι).

 Έτσι όμως είναι τα πράγματα, ζούμε στην εποχή του ”καταφερτζή’’ μιας και μάς πέρασαν το παραμύθι ότι η κοινωνική διαστρωμάτωση δεν άπτεται σε όρους ταξικής καταγωγής αλλά σε όρους μιας παρασιτικής δήθεν εξυπνάδας που έχει να κάνει με τον «τρόπο», έχει να κάνει με το αν μπορείς να τα καταφέρεις να ξεχωρίσεις και να επιβληθείς: Αυτές είναι οι κυρίαρχες κοινωνικές αξίες, σε αυτές μοιάζουμε όλοι έστω και αν προσπαθούμε να ξεφύγουμε.

 Έτσι γεννήθηκε ένας ιδιότυπος ρατσισμός εις βάρος των ’’αόρατων ανθρώπων’’, εκείνων που μείνανε στην ’’απ’ έξω’’ που δεν τα καταφέρνουνε σε ότι θεωρείται από την πλειοψηφία ως όρος επιτυχίας. Από εκεί αντλεί την δυναμική της για να εξαπλώνεται η χολέρα του εκφασισμού σήμερα.Βαν Γκονγκ

 Είναι που γίνανε οι ζωές μας απίστευτα κυνικές και οι άνθρωποι (όλο και λιγότερο πάντως) περιμένουνε το γύρισμα του χρόνου σαν ένα κοντέρ που τερματίζει: Σημάδι της κοινωνικής παράκρουσης. Όμως λιγοστεύουν τα λαμπιόνια και τα στολισμένα σπίτια, έχει ακριβύνει πολύ το ρεύμα και το σκεφτόμαστε πολύ, αν και δεν είναι μόνο αυτό: Είναι που σιγά σιγά ο χρόνος μας έχει αλλάξει ποιότητα. Τι να σημαίνει αλλαγή του έτους, όταν έχουνε καταργηθεί τα Σαββατοκύριακα για την πλειοψηφία, τα ωράρια εργασίας είναι κομμένα και ραμμένα στις επιταγές των αγορών, τι να σημαίνει η αλλαγή του έτους όταν έχουνε ελαχιστοποιηθεί οι διακοπές και δε μπορείς να κάνεις πλάνα για την θερινή απόδραση όταν δεν έχεις να βάλεις πετρέλαιο;

 Τι να σημαίνει αλλαγή του έτους όταν ο χρόνος της εργασίας ή της ανεργίας μετράει τον αληθινό χρόνο και όχι το αντίστροφο;

Η αληθινή ταυτότητα της προόδου μιας κοινωνίας αποδεικνύεται από την ποσότητα και την ποιότητα του ελεύθερου χρόνου που δύναται να παρέχει στους ανθρώπους της. Σκεφτείτε πόσος χρόνος σάς ανήκει στην πραγματικότητα για να νιώσετε όμορφα με εσάς και όσους έχετε επιλέξει στο πλάι σας και θα καταλάβετε ότι στην πραγματικότητα ελάχιστος χρόνος μάς ανήκει, ο περισσότερος αναλώνεται στην απλήρωτη ή αδιάφορη εργασία, ή αναζητώντας δουλειά, ή απλά καταναλώνοντας και χαζεύοντας υπνωτισμένοι τα θεάματα που αντέχει η τσέπη καθενός. Μια τεράστια κοινωνική διαφορικότητα που  αναπαράγει διαρκώς τη μοναξιά, την υποτέλεια και την αποχή: Αποχή από ότι σηματοδοτεί το όνειρο, εκείνο το άστρο που μας μαθαίνανε μικροί ότι στέκεται στην μέση του ουρανού μόνο για μας και πρέπει να το φτάσουμε μια μέρα.

 Κάθε που έρχεται ο Δεκέμβρης, ο μήνας των πολλών ονομαστικών εορτών και των Χριστουγέννων, ο μήνας των μαζώξεων στα σπίτια (όλο και περισσότερο τώρα που λείπουν τα χρήματα για τα μαγαζιά) αναπαράγονται στις συναναστροφές μας ακόμη και αν δεν το καταλαβαίνουμε τα πεπραγμένα όλου του έτους. Όλο και λιγοστεύει η πολυτέλεια των γενικεύσεων, όλο και περισσεύουν οι κουβέντες για το πώς θα βγει ο μήνας, και σε πόσα πράγματα θα κάνουμε σκόντο. Τα λόγια μας όλο και περισσότερο καθορίζονται από τα διεθνή χρηματιστηριακά κέντρα, σαν λαίλαπα κατακλύζει η απόγνωση τις κοινωνικές σχέσεις.

Σκέφτομαι ότι μάθαμε από μικροί πως για κάποιο λόγο πρέπει να νιώσουμε όλοι πιο καλά και πιο κοντά στους συνανθρώπους μας αυτές τις ημέρες: Τώρα, που γεννιέται ο Χριστός πρέπει να έρθουμε και εμείς πιο κοντά λοιπόν, μας λένε από τα ΜΜΕ, δημοσιολόγοι, διαφημιστές και κοιλαράδες πνευματικοί ηγέτες. Πρέπει να νιώθουμε έτσι αυτές τις ημέρες λοιπόν. Πρέπει τώρα, κι όχι άλλοτε; Και επιπλέον από πότε ΠΡΕΠΕΙ να νιώθουμε κοντά στον συνάνθρωπο μας; Μάλλον από τότε που όλον τον υπόλοιπο χρόνο πρέπει να καβαλάμε τον συνάνθρωπο για να μείνουμε όρθιοι. Ευσπλαχνία κατ’ επιταγή όμως, και μάλιστα στον χρόνο, στον χώρο και με τον τρόπο που θέλουν εκείνοι που προκαλούν την ανάγκη της, δεν γίνεται.

 ΕΑΜΚάθε που έρχεται ο Δεκέμβρης, θα είναι καλύτερα να σκεφτόμαστε τον Δεκέμβρη του 1944 όταν ο λαός έγραψε στα μεγάλα πανό «ότι μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει τα όπλα και όχι τις αλυσίδες» ή και τον πιο πρόσφατο του 2008 που η νεολαία ζέστανε για τα καλά τις νύχτες μας, έβαλε μια φωτιά που ακόμη καίει για να μας ζεσταίνει τις κρύες νύχτες όλων των χειμώνων μια για πάντα.

Ίσως τώρα που στενεύουν τα περιθώρια των αμφιβολιών και του φόβου, ίσως τώρα που λιγοστεύουν οι λόγοι να παρηγορούμαστε από την μιζέρια του άλλου (δυστυχώς έπρεπε να χτυπήσει επιτακτικά η φτώχεια και την δική μας πόρτα για να έρθουμε σε αυτό το σημείο, ας είναι όμως) να μπορέσουμε να ξαναπιάσουμε το νήμα που ενώνει την κρυμμένη ενότητα και αλληλουχία των αναγκών μας.

 Ας αφήσουμε λίγο χώρο στο όνειρο και στην απλότητα, ας κοιταχτούμε και πάλι στα μάτια μέχρι το σημείο εκείνο που νιώθεις ότι η καταστροφή και η σωτηρία δεν αφορά τον καθέναν και την καθεμιά αλλά όλους, και ότι επιτέλους αν δεν βρεις ένα σημείο ισορροπίας με τους άλλους δεν μπορείς να βρεις και με τον εαυτό σου.

 Ας ανακαταλάβουμε ξανά τους δρόμους που δεν φτιάχτηκαν για τις λαμπρές γιρλάντες και τα καταναλωτικά εκθέματα αλλά για τους μεγάλους στοχαστικούς περιπάτους και την διάδοση της κοινωνικότητας σε όλο της το μεγαλειώδες εύρος.

 Ας φτιάξουμε έναν χώρο μέσα σε όλες τις ψυχές για να βρει την ζεστασιά να επωαστεί ο πυρήνας του καρπού που θα μας δώσει και πάλι τον δικό μας χρόνο, τον χρόνο της συναίσθησης και της δημιουργίας. Στο κάτω κάτω, ας μιλήσουμε για μια επανάσταση που δεν θα είναι μόνο για τους ειδικούς.

 Θα ΄ναι για εκείνους που θέλουν την κοινωνία όρθια και καλά στερεωμένη. Θα ΄ναι για εκείνους που στο τέλος της πορείας φαντάζονται όλους τους ανθρώπους στην θέση του καλλιτέχνη, του στοχαστή και όχι στην θέση του θεατή.

 Θα ‘ναι για όλες και για όλους!

Α.Μ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: