Eργατικό Αντιϊμπεριαλιστικό Μέτωπο

[επικοινωνία: eamgr@otenet.gr]

  • Κατηγορίες

  • Πρόσφατα

  • Τρέχον μήνας

    Δεκέμβριος 2012
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Νοέ.   Ιαν. »
     12
    3456789
    10111213141516
    17181920212223
    24252627282930
    31  
  • Κατάλογος

Ο εθνικισμός είναι μοντερνισμός

Posted by eamgr στο 2 Δεκέμβριος, 2012

Ένα επίκαιρο κείμενο γραμμένο από έναν ελαφρώς αναρχίζοντα μαρξιστή όπως ο ίδιος χαρακτήριζε τον εαυτό του,

τον Βασίλη Ραφαηλίδη

Ραφαηλίδης

Το έθνος είναι μία φαντασιακή κοινότητα. Προσοχή, όχι φανταστική, φαντασιακή. Που προϋποθέτει δηλαδή τη φαντασία για να υπάρξει στο επίπεδο της πραγματικότητας. Για να εμφανιστεί η έννοια του έθνους αναγκαία προϋπόθεση είναι ο ιστορικός χρόνος να γίνεται αντιληπτός σαν μια συνέχεια χωρίς διακοπές και ρήγματα. Πρόκειται για το λεγόμενη «ιστορική συνέχεια» που συνδέει το παρόν με το παρελθόν και το μέλλον ενός λαού. Ο εθνικισμός είναι μια ιδεολογία που αντιμετωπίζει το έθνος σαν την υπέρτατη αξία. Αυτή η ιδεολογία δεν υπήρχε από πάντα. Εμφανίστηκε στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης του 1789, άλλα άρχισε να διαμορφώνεται 4O χρόνια νωρίτερα, στη διάρκεια του Διαφωτισμού, όπως λέγονται τα 4O πριν από τη Γαλλική Επανάσταση χρόνια που την προετοιμάζουν στρέφοντας την προσοχή από τις υπερβατικές και μεταφυσικές ιδέες στις κοινωνικές και τις εγκόσμιες. Αυτό ακριβώς είναι ο Διαφωτισμός: Μια πίστη στην αξία του «φωτεινού» ανθρωπίνου μυαλού που διαπερνάει το σκότος της αμάθειας, μια πίστη στην ικανότητα του ανθρώπου να δίνει απαντήσεις στις απορίες του χωρίς να καταφεύγει σε προκάτ αξιώματα. Αυτή η στροφή που επιβάλλει ο Διαφωτισμός από το υπερβατικό (Θεός, ελέω Θεού αρχών, Μοίρα, Τύχη, κανονισμένη εκ των προτέρων τάξη, αμετακίνητη ιεραρχία, κλπ.) ονομάστηκε νεωτερι­κότητα. Αν προτιμάτε, μοντερνισμός. Η νεω­τερικότητα περιέχει πολλούς «ισμούς»: τον φιλελευθερισμό κατ’ αρχήν, αλλά και τον μαρξισμό, και τον εθνικισμό, που είναι ο σταθερότερος «ισμός» που εκρέει από τη νεωτερικότητα, από την άποψη δηλαδή σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος μπορεί να πάρει τη μοίρα στα χέρια του και να μην τα αφήνει όλα στο Θεό, τον Άρχοντα, την Τύχη.

ΠΟΣΟ, παρόλο που ο εθνικισμός είναι μοντερνισμός (νεωτερικότη­τα) βρίσκεται πιο κοντά από άλλες εκφάνσεις της νεωτερικότητας, ας πούμε τον φιλελευθερισμό, σε αρχαιότερες και πιο μεταφυσικές κανονιστικές της ανθρώπινης συμπεριφοράς αρχές. Κατά κάποιον τρόπο, ο εθνικισμός είναι ο τρόπος που βρήκαν να υπάρχουν σε συνθήκες νεω­τερικότητας πανάρχαιες μορφές σκέψης, όπως αυτή του χριστιανισμού για παράδειγμα, που συνδέει ευθέως την ανθρώπινη ιστορία με τη βούληση του Θεού. (Ο γνωστός «Θεός των Ελλήνων» βοηθάει σταθερά τους Έλληνες εθνικιστές, που λόγω αγραμματοσύνης δυσκολεύονται να καταλάβουν πως ο εθνικισμός, αφού είναι νεωτερικότη­τα, έχει και ένα θετικό περιεχόμενο, κάθε άλλο παρά μεταφυσικό).

Ο εθνικισμός πήρε το πλήρες σημερινό του νόημα σταδιακά, από το 1789 μέχρι το 1848, οπότε τα πράγματα αποσαφηνίζονται όσον αφορά το περιεχόμενο της λέξης, που στο επίπεδο της ιδεολογίας αντικαθιστά άλλες ιδέες. Τώρα, η «συλλογική ψυχή» που κάνει δυνατή την ομοψυχία γίνεται μια δύναμη τόσο μεγάλη, που με το Μεγάλο Ναπολέοντα που την αξιοποιεί με ευφυΐα, τα καταφέρνει και γίνεται μια σαρωτική δύναμη. Ο εθνικισμός, γίνεται μια σαρωτική δύναμη. Ο εθνικισμός, με το Μεγάλο Ναπολέοντα, αρχίζει να δείχνει και τις αρνητικές, επιθετικές του όψεις.

Ο χριστιανισμός  δεν είναι   εθνικιστικός

Ο  ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ στηρίζεται στην (ψυχολογική αλλά και πραχτική ανάγκη για την ύπαρξη ταυτότητας: Πρέπει να έχω συνείδηση του εαυτού μου, πρέπει να ξέρω πως εγώ είμαι εγώ και όχι ο γείτονας. Η διαμόρφωση της ταυτότητας μου περνάει από πολλά στάδια. Ένα από αυτά είναι εκείνο της ένταξης μου σε μια μεγαλύτερη ή μικρότερη ομάδα. Πράγμα που μου δίνει κάποια ψυχικά, ηθικά, αλλά και πραχτικά πλεονεκτήματα. Το έθνος είναι μια τέτοια μεγάλη ομάδα, που παρέχει ταυτότητα στα μέλη της, τα κάνει δηλαδή να αισθάνονται διαφορετικά από τα μέλη μιας άλλης εθνικής ομάδας. Το φαινόμενο είναι ανάλογο μ’ αυτό της ένταξης του ποδοσφαιρόφιλου σε μια ποδοσφαιρική ομάδα, αλλά, βέβαια, πολύ πιο σοβαρό. Είναι ανάλογο επίσης μ’ αυτό της ένταξης σε ένα κόμμα, αλλά βέβαια πολύ πιο ευρύ, καθότι υπερταξικό. Είναι ανάλογο ακόμα μ’ αυτό της ένταξης σε ένα επαγγελματικό σωματείο, αλλά βέβαια, πολύ λιγότερο ιδιοτελές. Άλλωστε, ο εθνικισμός είναι ιδεολογία που ξεπερνάει τις επιμέρους διαφορές και   ιδιαιτερότητες, παρόλο που θα μπορούσε κάλλιστα να επιμεριστεί σε  εθνικές υποομάδες. Έτσι, κάνουμε λόγο, π.χ., για «εθνική ποδοσφαιρική ομάδα», για «εθνικό πολιτικό   κόμμα» κλπ.

Το αντίθετο του εθνικισμού δεν είναι ο διεθνισμός, αλλά ο οικουμενισμός. Ο διεθνισμός είναι σχέση ανάμεσα σε έθνη που δε χάνουν την εθνική τους ιδιαιτερότητα και που συνεργάζονται στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού της εθνικής τους ταυτότητας. Ο οικουμενισμός αντίθετα δεν αναγνωρίζει καμιά άλλη ταυτότητα εκτός απ’ την ανθρώπινη: Σαν άνθρωποι του Θεού σκέτα και χωρίς άλλους προσδιορισμούς, ανήκουμε στην Οικουμένη, δηλαδή την κατοικημένη περιοχή της γης. και όχι σε εθνικά ή πολυεθνικά κράτη, που κατακερματίζουν την ενιαία επιφάνεια της γης, που δεν την τεμάχισε ο Θεός, αλλά ο άνθρωπος και ειδικότερα ο ιδιοκτήτης άνθρωπος.

ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ, με την εθνική τους θρησκεία που λέγεται ιουδαϊσμός, είναι οι  δημιουργοί της έννοιας του έθνους, αλλά όχι και του εθνικισμού. Το εβραϊκό έθνος, παλιότερα τουλάχιστον, ήταν θεοκρατικά συγκροτημένο. Τα μέλη του έπαιρναν την όποια αξία πίστευαν πως είχαν, απευθείας από το Θεό. O εθνικισμός, αντίθετα, δεν είναι θεοκρατικός. Δεν είναι ο Θεός που συγκροτεί μια εθνότητα, αλλά η εκκοσμικευμένη πίστη στην εθνική ταυτότητα, την εθνική ιδιαιτερότητα. O κύριος και βασικός εχθρός του εθνικισμού είναι, ή μάλλον έπρεπε να είναι, ο από τη φύση του οικουμενικός χριστιανισμός. Επίσης, ο υπαρξισμός σε όλες του τις εκφάνσεις, θεϊστικές και αθεϊστικές. O υπαρξισμός στρέφει όλη του την προσοχή στο γεγονός πως είμαστε ζωντανοί, πως είμαστε υπάρξεις. O μαρξισμός, που δεν είναι ούτε υπαρξιστικός, ούτε οικουμενιστικός, αλλά διεθνιστικός πιστεύει στη συνεργασία ανάμεσα στα έθνη και δεν επιδιώκει την εξαφάνιση τους. Αντίθετα, επιδιώκει την κατάργηση του κράτους. Άλλο κράτος, που είναι νομική έννοια, άλλο έθνος, που είναι πολιτιστική έννοια.

 Ο εθνικισμός του Παπαναστασίου                                       

Το 1916 δημοσιεύεται σ’ ένα περιοδικό μια μελέτη του σοσιαλδημοκράτη και δημιουργού της πρώτης ελληνικής Δημοκρατίας Αλέξανδρου  Παπαναστασίου  με τον τίτλο «Εθνικισμός». (Θα τη βρείτε, με τον ίδιο τίτλο, στις εκδόσεις «Δημιουργία», 1992). Ο ευφυέστατος, προοδευτικός και εξαιρετικά καλλιεργημένος Παπαναστασίου επιχειρεί καταρχήν ένα σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στις έννοιες έθνος και εθνικισμός. Στη συνέχεια, διακρίνει τον εθνικισμό σε επαναστατικό, αμυντικό, αποχωριστικό και απελευθερωτικό.

Είναι η πρώτη φορά που κάποιος επιχειρεί να πει στους Έλληνες πως η έννοια εθνικισμός δεν είναι συμπαγής και αμετάβλητη, δηλαδή μεταφυσική, αλλά παίρνει το περιεχόμενο της ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες κάτω από τις οποίες σκέφτονται και δρουν οι εθνικιστές. O Παπαναστασίου σκέφτεται διαλεκτικά και όχι οντολογικά, όπως οι πριν απ’ αυτόν Έλληνες εθνικιστές, που αντιλαμβάνονται το έθνος σαν μια παγωμένη μέσα στον ιστορικό χρόνο οντότητα. O πολύ προοδευτικός, με τα μέτρα της εποχής του, Παπαναστασί­ου παραμερίζει από τον προσδιορισμό της έννοιας έθνος τα κριτήρια της κοινής καταγωγής, της κοινής θρησκείας και της κοινής γλώσσας και περιορίζεται στο βασικό κριτήριο της συνείδησης από τη μεριά των δρώντων μελών μιας εθνότητας πως αποτελούν, σε μια συγκεκριμένη στιγμή του ιστορικού χρόνου, κάτι το ξεχωριστό, πράγμα που κάνει να θέλουν να ενεργούν σαν ομάδα για την προάσπιση κοινών συμφερόντων. O Παπαναστασίου προχωρεί ακόμα περισσότερο. Λέει πως το «εθνικό ένστικτο» είναι μετεξέλιξη του «κοινωνικού ενστίκτου», της τάσης δηλαδή που έχει ο άνθρωπος να εντάσσεται σε ομάδες και να δρα συλλογικά. Άπαξ  και πετύχει μια κοινωνική ομάδα να αποκτήσει συνείδηση της πολιτιστικής της ιδιαιτερότητας και κατά προέκταση της ιδιαιτερότητας των συμφερόντων της, θα κάνει ότι μπορεί για να αμυνθεί απέναντι εκείνου που επιβουλεύεται τα συμφέροντα της. Λόγια καθαρά και λογικά, από έναν έντιμο και μορφωμένο άνθρωπο, που ξέρει, και το δηλώνει ρητά, πως μια συγκεκριμένη εθνότητα προέρχεται από σμίξιμο και συγχώνευση άλλων, προγενέστερων εθνοτήτων, ότι δηλαδή η εθνογένεση είναι ιστορικό και δυναμικό φαινόμενο, που συνεχώς μεταβάλλεται.

ΣΥΝΕΠΩΣ, ο λόγος ύπαρξης του εθνικισμού είναι καθαρά πολιτικός: Τα μέλη κάθε εθνότητας πρέπει να καταλαβαίνουν την ιδιαιτερότητα τους, σε μια δεδομένη στιγμή του ιστορικού χρόνου, προκειμένου να θέλουν να δρουν πολιτικά για το συμφέρον τους. Ένας άλλος πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Χρ. Σαρτζετάκης σε πρόσφατη τηλεοπτική εκπομπή του συναδέλφου Σπύρου Καρατζαφερη επικαλέστηκε επίμονα τον Παπανα­στασίου για να στηρίξει το δικό του παιδαριώδη και αγράμματο εθνικισμό.

Είναι να ντρέπεται κάνεις για την προσπάθεια παραποίησης βασικών για την ελληνική πολιτική σκέψη κειμένων, από ανθρώπους που είτε δεν καταλαβαίνουν τι διαβάζουν, είτε δημαγωγούν αναίσχυντα και προκρούστεια Συμφωνείς, Σπύρο; Αν συμφωνείς, πες το και στον φίλο σου, αν και δεν νομίζω πως θα καταλάβει.

 Ο εθνικός χρωματισμός                        

Ο ΑΡΓΥΡΗΣ  Εφταλιώτης, το πρωτοπαλίκαρο του δημοτικισμού, καταλαβαίνει πως η άποψη του Κωστή Παλαμά περί ελληνικής «εθνικής ψυχής» κάπου κουτσαίνει, αφού παραπέμπει σαφέστατα στην ψυχή όπως την καταλαβαίνει ο χριστιανισμός, μόνο που εδώ η ψυχή είναι συλλογική, πράγμα απολύτως απαράδεκτο για το χριστιανισμό, που ποτέ δεν σκέφτηκε να κάνει λόγο για συλλογική ψυχή, και εφευρίσκει τον όρο «εθνικός χρωματισμός». Που όπως λέει δεν αποτελεί ζωηρό και ευδιάκριτο χρώμα αλλά λεπτή και δυσκολοσύλληπτη απόχρωση. Τώρα, η ελληνική εθνική ψυχή του Παλαμά γίνεται αυτό το δυσκαθόριστο «κάτι τις», που λίγοι προνομιούχοι το διακρίνουν στους άλλους. Και έτσι, από τις αρχές του αιώνα μας, προκύπτει η διάκριση ανάμεσα σε καλούς και κακούς Έλληνες.

Αν είσαι καλός Έλληνας μπορείς να είσαι κακός σ’ όλα τ’ άλλα, τα ηθικά.
Ακόμα και δοσίλογος μπορείς να είσαι παραμένοντας εν τούτοις καλός Έλληνας. Διότι την ελληνοκαλοσύνη την κουβαλάς σαν αόρατη ποιότητα,  σαν απόχρωση. Που πρέπει να φορέσεις τους ισχυρούς μεγεθυντικούς φακούς της παραμορφωτικής εθνικοφροσύνης για να τη διακρίνεις.

Όλα αυτά τα δημιουργεί ο δημοτικισμός, όχι καθαρευουσιανισμός, που μένει σταθερά προσηλωμένος στην αρχαία Ελλάδα. Ο δημοτικισμός είναι παρακλάδι του τεράστιας πολιτικής και πολιτιστικής σημασίας πανευρωπαϊκού ρομαντικού κινήματος. Ρομαντισμός ονομάστηκε το αντίθετο του κλασικισμού, δηλαδή της απαίτησης να αντιμετωπίζεται σαν η ρίζα του ευρωπαϊκού πολιτισμού ο ελληνικός και ο ρωμαϊκός πολιτισμός. Οι ρομαντικοί λεν όχι, η πολιτιστική ιστορία της Ευρώπης αρχίζει το Μεσαίωνα. Και όλοι αρχίζουν να ψαχουλεύουν το Μεσαίωνα. Αυτό κάνει και ο Κων. Παπαρρηγόπουλος, που ανήκει στη λεγόμενη ρομαντική ιστοριογραφική Σχολή. Αντιμετωπίζει το Βυζάντιο σαν ελληνικό Μεσαίωνα.

Η λέξη ρομαντικός είναι παραφθορά του ρομανικός. Έτσι, ρομανικός, ονομάζεται ο υστερομεσαιωνικός πολιτισμός που αναπτύσσεται στον ευρωπαϊκό βορρά, κυρίως στη Γερμανία, ερήμην του ελληνικού και του ρωμαϊκού πολιτισμού, που δεν έφτασαν μέχρι εκεί. Και επειδή ο ρομαντισμός απεχθάνεται τις υψηλές ιδέες και τα δύσκολα πράγματα που έχουν σχέση με το μυαλό και επειδή αυτός ο πολιτιστικός λαϊκισμός έρχεται και δένει εύκολα με το χριστιανισμό, ο ρομαντισμός, με τη μορφή του δημοτικισμού, έρχεται και ριζώνει για τα καλά στην Ελλάδα. Η «εθνική ψυχή» του Παλαμά εύκολα κάνει καλή παρέα με τη λαϊκή τέχνη και γενικότερα με καθετί που έχει σχέση με το λαό νοούμενο σαν αδιαφοροποίητη, αταξική μάζα.

Δεν περιγράφεται το πόσο αντιδραστικός και λαϊκίστικος ήταν ο δημοτικισμός την περίοδο της μάχης με τον καθαρευουσιανισμό. Κάποιος επιτέλους πρέπει να τολμήσει να πει πως ο Ψυχάρης στις πολιτικοκοινω­νικές του πεποιθήσεις ήταν ένας σχεδόν φασίστας.

Ο εθνικισμός δεν είναι μύθος

Ο ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ είναι ιδεολογία, δεν είναι μύθος. Σε αντιδιαστολή τόσο προς το μύθο όσο και προς τη θρησκεία, ο εθνικισμός δεν είναι υπερβατικός, δεν σκοπεύει δηλαδή τον «άλλο κόσμο» ή τη φαντασία, και δεν στηρίζει τις απόψεις του στη μεταφυσική, παρόλο που καταντάει σκέτη μεταφυσική σε απλοϊκά μυαλά. O εθνικισμός είναι μια πάρα πολύ πρακτική, πραγματιστική ιδεολογία, που στοχεύει την απόκτηση συγκεκριμένων πλεονεκτημάτων, και τούτο άσχετα από το γεγονός πως στα απλοϊκά μυαλά, που δεν είναι σε θέση να παράγουν δικές τους ιδέες και περιορίζονται να αναπαράγουν τις πρετ-α-πορτέ ιδεολογίες, δηλαδή τα συγκροτημένα συστήματα ιδεών που αποδέχονται πολλοί, λειτουργεί τελικά σαν υποκατάστατο της θρησκείας, σαν μια εκκοσμικευμένη θρησκεία, που σ’ εμάς εδώ συνυπάρχει με την κυρίως ειπείν θρησκεία. Οι δικοί μας παπάδες δεν τολμούν να πουν πως η ορθοδοξία, σε δύο αλλεπάλληλες Οικουμενικές Συνόδους, καταδίκασε τον εθνικισμό, που έρχεται σε φανερή αντίθεση με το χριστιανισμό, που είναι από τη φύση του οικουμενικός, δηλαδή παγκόσμιος και υπερεθνικός. (Είμαστε παιδιά του Θεού, λένε οι χριστιανοί, όχι απόγονοι ει/δόξων ή άδοξων προγόνων). Πουθενά αλλού στον κόσμο ο χριστιανισμός δεν εξευτελίστηκε τόσο, όσο στη σημερινή Ελλάδα του Σαββόπουλου και του Ζουράρι  και, γενικότερα, των μάλλον άσχετων με τη γνήσια ορθοδοξία νεορθόδοξων, που ντρέπονται να πουν πως είναι απλά και καθαρά διανοουμενίζοντες νεοβλάκες, αν όχι και δημαγωγούντες απατεώνες, που αυτόν τον ηλίθιο τρόπο βρήκαν να λύσουν το υπαρξιακό ή μάλλον το υπαρκτικό τους πρόβλημα. Άλλωστε, ο χριστιανισμός δεν είναι ιδεολογία, παρά μόνο στο βαθμό που γίνεται αρωγός, ως μη όφειλε, μιας ιδεολογίας, όπως ο εθνικισμός.

Όπως και να ‘ναι, ο εθνικισμός θα μπορούσε να είναι μια πολύ χρήσιμη ή πολύ άχρηστη ιδεολογία, ανάλογα με τη χρήση που της γίνεται, όπως και ο φιλελευθερισμός, όπως και ο κομμουνισμός – όπως κάθε ιδεολογία.

Που δεν είναι καλή ή κακή καθαυτή και που παίρνει το θετικό ή το αρνητικό της περιεχόμενο, ανάλογα με τη χρήση και την εφαρμογή της. Η ιδεολογία, η κάθε ιδεολογία καθαυτή, φυσικά και η κομμουνιστική, μπορεί να αποδειχτεί καταστροφική, όταν μετατεθεί στην περιοχή της μεταφυσικής.  Άλλωστε, ο εθνικισμός (όχι το έθνος) προέκυψε μόνο όταν το εμπόριο άρχισε να έχει σοβαρές απαιτήσεις, όταν καθιερώθηκε η υποχρεωτική στράτευση, όταν η φροντίδα για την παιδεία πέρασε στο κράτος, όταν φτιάχτηκε το κεντρικό φορολογικό σύστημα – όταν εν ολίγοις προέκυψε μια συγκροτημένη κοινωνία που έχει κάθε λόγο να θέλει να αυτοπροστατευτεί. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο ελληνικός εθνικισμός εν πολλοίς δεν μπορεί παρά να είναι ένα ανόητο υποκατάστατο της θρησκείας και ένα ιδεολόγημα, όχι μια ιδεολογία. Δηλαδή, μια φαντασιακή και μυθολογική αντιμετώπιση της ιδεολογίας.

ραφ  Η εθνική συλλογική ταυτότητα

Ο ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ διαμορφώνει τόσο ατομική, όσο και συλλογική ταυτότητα, όπως ονομάζουμε την επίγνωση πως εγώ είμαι εγώ και όχι εσύ η αυτός. (ο τρελός χάνει την ταυτότητα του και πιστεύει πως είναι αυτός που όλοι βλέπουν πως δεν είναι, π.χ. ο Μέγας Ναπολέων). Είναι αδύνατο να υπάρξουμε χωρίς ταυτότητα, χωρίς επίγνωση, δηλαδή, πως είμαστε αυτοί που είμαστε. Όμως, γινόμαστε αυτοί που είμαστε κάτω από επίδραση: στην οικογένεια, στο σχολείο, στην εκκλησία, στην εργασία, στον έρωτα, κ.λπ. Τελικά, είμαστε αυτοί που γινόμαστε, όπως λέει ο Σαρτρ.

Και αν δεν γινόμαστε αυτοί που θα μπορούσαμε να γίνουμε, είναι γιατί είτε το περιβάλλον και οι συνθήκες δεν μας ευνόησαν, είτε γιατί δεν εκμεταλλευτήκαμε τις ευκαιρίες που υπήρξαν στο περιβάλλον, είτε γιατί σχηματίσαμε για τον εαυτό μας μια ιδέα που δεν ανταποκρινόταν στις φυσικές μας δυνατότητες. Στην πραγματικότητα,      είμαστε, πρώτον αυτό που πιστεύουμε πως είμαστε,   δεύτερον αυτό που πιστεύουν οι άλλοι πως είμαστε και τρίτον αυτό που πράγματι είμαστε, άσχετα μ’ αυτό που πιστεύουμε και εμείς για τον εαυτό μας και οι άλλοι για μας. Επειδή, λοιπόν, το πρόβλημα της συγκρότησης της προσωπικής μας ταυτότητας είναι εξαιρετικά πολύπλοκο, έρχεται η συλλογική ταυτότητα να βάλει μια «πατέντα» (κάτι το ομοιόμορφο) πάνω σε πολλές και διαφορετικές προσωπικές ταυτότητες, πολλών και διαφορετικών ανθρώπων. Το κόμμα, η εκκλησία, το σωματείο, η οργάνωση και, κυρίως, το έθνος παρέχουν συλλογική ταυτότητα στα μέλη τους-και δεν εννοούμε το χαρτονάκι  που λέγεται ταυτότητα, εννοούμε ότι αυτό συνεπάγεται, είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει χαρτονάκι, τόσο στο πρακτικό όσο, και κυρίως, στο ψυχολογικό επίπεδο.

Η ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ταυτότητα σε εντάσσει σε μια κοινωνική ομάδα, μικρή, μεγάλη ή πολύ μεγάλη, όπως το έθνος, σε κάνει να αισθάνεσαι μέρος μιας ολότητας, πράγμα που σου παρέχει την αναγκαία ασφάλεια τώρα που συνέδεσες τη μοίρα σου με τη μοίρα πολλών. Αυτή η διαδικασία της ταύτισης σε ορισμένα βασικά σημεία με τα άλλα μέλη μιας ομάδας τελείται μέσα από μια συμβολική διαδικασία και με τη βοήθεια της φαντασίας. Αν όμως η φαντασία τρέχει πολύ μπροστά από τα πραγματικά δεδομένα που συγκροτούν τις δυνατότητες της ομάδας ή αν τα προσωπικά ψυχικά σου ελλείμματα είναι τόσο μεγάλα, που να είσαι υποχρεωμένος να τρέχεις σαν παλαβός να τα γεμίσεις από τις ιδεολογικές δεξαμενές της ομάδας, τότε την πάτησες.

Καταντάς κάτι σαν Πλεύρης (Θεός φυλάξοι!) αν είσαι υπέρ το δέον ιδεοληπτικός, ή κάτι σαν Σαββόπουλος αν είσαι στρεβλά ορθόδοξος, δηλαδή νεορθόδοξος, ή κάτι σαν επαγγελματικό στέλεχος του ΚΚΕ, αν είσαι δογματικά κομμουνιστής. Η ιδεοληψία, το να καταλαμβάνεσαι δηλαδή από έμμονες ιδέες, είναι ψυχικής τάξεως φαινόμενο, συχνά καταστροφικό. Ο φανατικός, ο τυφλός και άκριτος εθνικισμός, ο εθνικισμός των εξαιρετικά ελλειμματικών ψυχικά ανθρώπων, λέγεται σοβινισμός από το όνομα του Γάλλου υπερπατριώτη Σοβέν.

Εθνικισμός και εθνικοφροσύνη

Ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ Λέκκας, στο εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του «Η εθνικιστική ιδεολογία», έκδοση Μνήμων, 1992, κάνει την πάρα πολύ χρήσιμη διάκριση ανάμεσα στις έννοιες «εθνική ταυτότητα» και «εθνικό φρόνημα», που τη βασίζει στην εξίσου σημαντική διάκριση ανάμεσα στις έννοιες «εθνικό φρόνημα» και «εθνική θεωρία», που  συναποτελούν την «εθνική ιδεολογία». Θα δούμε πρώτα το δεύτερο ζεύγος εννοιών. Η εθνική θεωρία, λέει ο Λέκκας, ένας από τους σοβαρότερους και εγκυρότερους μελετητές του φαινομένου που λέγεται εθνικισμός. Αποτελεί ένα, λιγότερο ή περισσότερο, συγκροτημένο σώμα αρχών, ένα σύστημα ερμηνείας και ένα πρόγραμμα δράσης.

Το εθνικό φρόνημα, αντίθετα, είναι ένα εν πολλοίς χαοτικό, καθότι προσωπικό, σύμφυρμα από δοξασίες και ιδέες, που ο κάβε εθνικιστής τις καταλαβαίνει όπως νομίζει ή όπως τον συμφέρει. Η διαμόρφωση εθνικού φρονήματος, με άλλα λόγια, είναι φαινόμενο περισσότερο ψυχολογικής παρά κοινωνικής τάξεως. O εθνικόφρων (ο φρονών, ο σκεπτόμενος εθνικά) λέει πως σκέφτεται εθνικά, ενώ δεν μπορεί να σκεφτεί καν, ούτε εθνικά ούτε αντεθνικά, όταν είναι βλάκας. Είναι άσχετος με την ιδεολογία των εθνικιστών, που ακριβώς γιατί έχουν μια     ιδεολογία, μπορείς να συζητήσεις μαζί τους. Αντίθετα, με τον εθνικόφρονα τον παρακινούμενο από το θυμικό του, από τα συναισθήματα του ή από τη βλακεία του σκέτα, καμιά συζήτηση δεν είναι δυνατή. O εθνικόφρων συνυπάρχει με άλλους εθνικόφρονες σε μια παρέα που έχει σχέση περισσότερο με θρησκευτική σέχτα παρά με πολιτική οργάνωση, και εύκολα γίνεται τυφλό εκτελεστικό όργανο των ιδεολόγων εθνικιστών.

ΘΑ ΛΕΓΑΜΕ πως ο έτσι οριζόμενος εθνικόφρων είναι ο λούμπεν εθνικιστής, τύπου Κοτζαμάνη, για παράδειγμα, και όχι τύπου Πλεύρη, που είναι όντως ιδεολόγος εθνικιστής, και τούτο άσχετα με το γεγονός πως κάθε σώ­φρων άνθρωπος δεν μπορεί παρά να αποκρούσει τις ναζιστικές ιδέες του. Με τον Πλεύρη, ωστόσο, η συζήτηση είναι δυνατή.

Διότι η σκέψη του είναι ιδεολογικά συγκροτημένη, αν και βασισμένη σε αξιώματα όχι κοινωνικής αλλά βιολογικής τάξεως. (Το να είσαι καλός Έλληνας είναι πρόβλημα ελληνικού DNA, που το κουβαλάς στα κύτταρα σου! Φαντάσου, λοιπόν, την Ελλάδα σαν ένα απέραντο ιπποφορβείο, που παράγει καλούς Έλληνες δια της ευγονικής, όπως οι στάβλοι του ιπποδρόμου παράγουν καλά άλογα κούρσας. Φαντάσου την Ελλάδα γεμάτη από αλογίσιους Έλληνες τύπου Πλεύρη. Είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεται η Ελλάδα για να ολοκληρώσει τη μουλαροποίηση και την αποκτήνωση της!).

Όμως, το να θέλεις να έχεις εθνική ταυτότητα, το να θέλεις, δηλαδή, να ανήκεις πολιτιστικά σε ένα έθνος και να αντλείς από τον πολιτισμό του την ταυτότητα σου, δεν έχει καμιά σχέση με τον εθνικισμό, λέει ο Λέκκας. Δεν είσαι εθνικιστής όταν αισθάνεσαι Έλληνας, αλλά όταν κομπορρημονείς  ανοήτως για την ελληνοσύνη σου και όταν θεωρείς όλες τις άλλες εθνότητες υποδεέστερες.

  Άλλο ρωμιοσύνη, άλλο ελληνοσύνηΕΛΛΗΝ

ΤΟΣΟ η έννοια έθνος, που είναι, πολιτιστική, όσο και η συναρτημένη μ αυτήν έννοια εθνικισμός, που είναι ιδεολογία, είναι αδύνατο να γίνουν αντιληπτές έξω από την πολιτική σκέψη και την πολιτική δράση. Ο εθνικισμός που θα εγκαταλείψει την πρόθεση για πολιτική δράση αυτοκαταργείται ως εθνικισμός και το έθνος διαλύεται εξαιτίας της πολιτικής αδράνειας των μελών που το συγκροτούν.

Εδώ στην Ελλάδα η προϊούσα αποπολιτικοποίηση οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα στη διάλυση του νεοελληνικού έθνους.

Δε μιλώ για ελληνικό, αλλά για νεοελληνικό έθνος, ακολουθώντας επ’ αυτού τους περισσότερους ξένους μελετητές, που όταν λεν Ελλάδα και ελληνικός πολιτισμός αναφέρονται πάντα στην αρχαία Ελλάδα, ενώ όταν θέλουν να αναφερθούν στη νέα το δηλώνουν καθαρά. Εμείς όμως δεν ξεκαθαρίσαμε ακόμα αν είμαστε Έλληνες η Ρωμιοί. Βέβαια, ως νεοέλληνες αποτελούμε μέρος της ρωμιοσύνης, δηλαδή της βιοτψ τας του να είναι κανείς ορθόδοξος Βαλκάνιος. Όμως δεν είμαστε οι μονοί ορθόδοξοι Βαλκάνιοι στην περιοχή των Βαλκανίων, και συνεπώς δεν δικαιούμαστε την αποκλειστική χρήση της γενικότερης έννοιας Ρωμιός. Ωστόσο, ο λαός, που ξέρει καλά τι κάνει, δίνει έμφαση στις έννοιες Ρωμιός και ρωμιοσύνη και όχι στις έννοιες Έλληνας και ελληνοσύνη. Άλλωστε, αυτή, n τελευταία έννοια, η ελληνοσύνη, είναι λιγάκι αδόκιμη, δεν χρησιμοποιείται συχνά, κι αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Όπως και να ‘ναι ο Ρωμιός είναι πάντα ορθόδοξος, ενώ ο Έλληνας μπορεί και να μην είναι.

ΟΜΩΣ όλοι ξέρουμε πως ο «γνήσιος  Έλληνας» σε μας εδώ αποκλείεται να μην είναι ορθόδοξος. Κι αυτό σημαίνει πως υπάρχει πάντα μια σιωπηρή παραδοχή της προτεραιότητας της έννοιας Ρωμιός έναντι της εννοίας Έλληνας. Αν είσαι Ρωμιός ενδέχεται να είσαι και Έλληνας, όμως αν είσαι μόνο Έλληνας αποκλείεται να είσαι Ρωμιός. Αυτή την προτεραιότητα της Ρωμιοσύνης θα τη συναντήσετε σε όλα τα ελληνορθόδοξα θεολογικά συγγράμματα. Η δυσκολία του χωρισμού κράτους και εκκλησίας στην Ελλάδα οφείλεται κατά κύριο λόγο στην κυριαρχία της έννοιας ρωμιοσύνη επί της εννοίας ελληνοσύνη. Αλλά και στην αποφυγή της διευκρίνισης της πολύ ευδιάκριτης ωστόσο διαφοράς ανάμεσα στις έννοιες ρωμιοσύνη και ελληνοσύνη, που επιτρέπει το ψάρεμα στα θολά και γίνεται η μήτρα για κάθε λαθροχειρία σε τούτον τον πολλαπλά συγχυσμένο και μπερδεμένο τόπο, που λέγεται Ελλάδα. Επιτέλους, πρέπει να αποφασίσουμε: Πού ρίχνουμε το βάρος, στην ελληνοσύνη ή στη ρωμιοσύνη;  Προσωπικά πάντως δηλώνω Έλληνας και όχι Ρωμιός, και τούτο διότι σε μένα το θρησκευτικό συναίσθημα είναι από υποτονικό έως ανύπαρκτο, πράγμα για το οποίο ουδόλως ευθύνομαι προσωπικά, αφού ο χαρακτήρας του καθένα διαμορφώνεται κάτω από διαφορετικές για τον καθένα συνθήκες.Πολλές φορές επικαλέστηκα το Άγιο Πνεύμα, άλλα αυτό με περιφρονεί επίμονα, ίσως γιατί δεν είμαι αρκούντως εύπιστος, ίσως; γιατί δίνω μεγάλη σημασία στη νόηση και στη λογική.

Ο χειραγωγικός εθνικισμός

Η ΠΡΩΤΗ ιστορικά πηγή νομιμότητας είναι ο Θεός. Απ αυτόν παίρνουν οι ελέω Θεού άρχοντες το δικαίωμα να ασκούν εξουσία, να νομοθετούν, λέγοντας στους υποταχτικούς τους: Αυτό που σας λέω να κάνετε είναι νόμιμο, διότι ο Θεός μου έδωσε το χάρισμα να καταλαβαίνω πως είναι σύμφωνο με τη βούληση του. Σχετικά πρόσφατα, στις αρχές του περασμένου αιώνα, πηγή νομιμότητας θα γίνει το Σύνταγμα, ο βασικός, ο θεμελιώδης νόμος.

Τώρα, η πηγή από την οποία «αναβλύζει» η νομιμότητα δεν είναι ο λαός στο σύνολο του, αλλά οι ψηφοφόροι. Όμως, με το τέλος και του Παγκοσμίου Πολέμου και κάτω από την επίδραση της Οχτωβριανής Επανάστασης αλλά και της συμμαχίας των Σοβιετικών με τους Δυτικούς, συντελείται μια συναρπαστική ανατροπή στον καθορισμό της πηγής της νομιμότητας, που αν και τύποις παραμένει το Σύνταγμα, κατ’ ουσίαν είναι ο ίδιος ο λαός. Που για πρώτη φορά στην ιστορία παίρνει πάρα πολύ στα σοβαρά το ρολό του σαν πηγή νομιμότητας και αρχίζει να θέλει να επιβάλει τη λαϊκή βούληση με κινητοποιήσεις, με διαδηλώσεις, με απεργίες. Δεν αρκείται στο τι θα αποφασίσουν οι εκπρόσωποί του στη Βουλή. Αρχίζει δηλαδή να εμφανίζεται ένα είδος άμεσης, άτυπης, αλλά χαοτικής   δημοκρατίας, πράγμα που υποχρεώνει τους δημαγωγούς να γίνουν πιο προσεκτικοί όσον αφορά τη συμπεριφορά τους απέναντι στη μάζα των ψηφοφόρων, κυρίως σήμερα που η τηλεόραση τους φέρνει σε συχνή επαφή με τον δυνητικό ψηφοφόρο.

Ο MAPKOYZE θα περιγράψει με συναρπαστικό τρόπο αυτό το παιχνίδι των εξουσιαστών και θα χαρακτηρίσει τον τρόπο με τον οποίο ασκείται τώρα η πάντα αυταρχική εξουσία, χειραγωγικό. Τώρα, οι μάζες χειραγωγούνται. Είναι σαν να παίρνεις χωριστά τον καθένα απ’ το χέρι και με ήπιο και πολιτισμένο τρόπο να τον οδηγείς, να τον άγεις εκεί που θέλεις,  δημιουργώντας του την ψευδαίσθηση πως καθόλου δεν ασκείς πάνω του βία και πως ο οπαδός ενεργεί αυτόβουλα. Η αστική δημοκρατία είναι πια υποχρεωμένη να παίζει θέατρο. Από δω και η ανάγκη της σκηνοθεσίας στην πολιτική. Την εν λόγω σκηνοθεσία την ασκεί ο περίφημος «ίματζ-μέικερ», ο κατασκευαστής της εικόνας που εκπέμπεις προς τα έξω, ασχέτως του τι είσαι από μέσα. Ο πρώτος που είχε αυτή τη φαεινή ιδέα ήταν ο Χίτλερ. Οι σκηνοθέτες τις συμπεριφοράς του δεν έψηναν τίποτα στην τύχη.

Σημείωναν στο χειρόγραφο των λόγων του ακόμα και το σημείο στο οποίο έπρεπε να στρίψει το κεφάλι δεξιά ή αριστερά, να ανεβάσει απότομα τον τόνο της φωνής, ή να βγάλει μια κορόνα σε κρεσέντο. Μετά τον πόλεμο θα τον μιμηθούν πολλοί. Σήμερα τον μιμούνται σχεδόν όλοι. Και η δικτατορία ασκείται με πολύ ήπιους τρόπους.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο πρώτος πόλεμος στην ιστορία που έγινε στο όνομα του λαού και όχι του Θεού, ή του βασιλιά, ή της πατρίδας, δεν θα οδηγήσει στην απελευθέρωση των λαών, θα οδηγήσει στη χειραγώγηση τους. Σε τούτη τη χειραγώγηση, ο χειραγωγημένος ομοίως και ελεγχόμενος από τους εξουσιαστές εθνικισμός θα παίξει βασικό ρόλο.

 Εθνικισμός και  ιστορία

ΥΠΑΡΧΕΙ ιστορία, αλλά υπάρχει  και επίσημη ιστορία. Η ιστορία των επιστημόνων ιστορικών και η εγκεκριμένη από το κράτος ιστορία δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην. Πολύ συχνά η εξουσία κόβει και ράβει την ιστορία στα μέτρα της, άλλοτε διακριτικά και άλλοτε εντελώς αδιάκριτα. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στις ιστορικές λαθροχειρίες που επιχειρούν εκ συστήματος τα αυταρχικά καθεστώτα, αναφερόμαστε επίσης και στις ιστορίες που γράφουν υπό δημοκρατικό καθεστώς οι επίσημοι ιστορικοί, που δεν είναι ανάγκη να είναι εθνικοί, δηλαδή υπερκαθεστωτικοί σαν τον Κων. Παπαρρηγόπουλο, για να είναι επίσημοι. Ούτε υπάρχει λόγος να αποχτούν την επισημότητα τους με επίσημο διορισμό. Αρκεί να στοχεύουν μια έδρα στην Ακαδημία των (θνητών) Αθανάτων, ή έστω μια έδρα στο πανεπιστήμιο, για να αυτοδιοριστούν ανεπισήμως επίσημοι ιστορικοί και να αρχίσουν να πλειοδοτούν σε ιστορική εθνικοφροσύνη. Που συνίσταται κατ’ αρχήν στον υποτονισμό των αρνητικών γεγονότων της ιστορίας, που θαμπώνουν την αστραφτερή εικόνα της εγκεκριμένης ιστορίας που διδάσκεται στα σχολεία, και στον υπερτονισμό των θετικών γεγονότων, που τονώνουν το εθνικό  φρόνημα όσων δεν έχουν διάθεση ή χρόνο να διαβάσουν και μη εγκεκριμένες από την εξουσία ιστορίες, γραμμένες από σπουδαίους επιστήμονες σαν τον Νίκο Σβορώνο, για παράδειγμα, που δεν υποτάχτηκε ποτέ σε ιστορικοεθνικές ή άλλες σκοπιμότητες. Ωστόσο, όσο έντιμος κι αν είναι ο ιστορικός, αντικειμενική ιστορία αποκλείεται να γράφει. Εκτός κι αν λέγοντας αντικειμενική ιστορία, αναφερόμαστε μόνο στην υποχρέωση του ιστορικού να μην αποκρύπτει και να μην παραποιεί τα βεβαιωμένα ιστορικά γεγονότα, πράγμα που αποτελεί στοιχειώδη υποχρέωση του.

Όμως, η κύρια δουλειά του ιστορικού δεν είναι να «ανακαλύπτει» καινούρια και άγνωστα γεγονότα, αν και μια τέτοια ανακάλυψη θα μπορούσε να αλλάξει την καθιερωμένη ερμηνεία, αλλά να ερμηνεύει τα γνωστά ιστορικά γεγονότα με τον τρόπο που ταιριάζει στη μέθοδο του και στις πεποιθήσεις του. Είναι φανερό πως άλλη ιστορία θα γράψει ένας εθνικιστής ιστορικός και άλλη ένας διεθνιστής, ή οικουμενιστής, ή κομμουνιστής, ή αναρχικός, ή φασίστας, η αστός δημοκράτης.

Δεδομένου πως η πρώτη εγκεκριμένη από το κράτος ελληνική σχολική ιστορία γράφτηκε μόλις το 1882, αναρωτιέται κανείς γιατί δε γράφτηκε νωρίτερα. Μα, διότι ο Παπαρρηγόπουλος δημοσιεύει την  «Ιστορία   του   Ελληνικού Έθνους» μόλις το 1853. Για να συνειδητοποιήσουν οι τότε Έλληνες το γεγονός πως απόχτησαν επιτέλους ιστορία, χρειάστηκαν κάπου τριάντα χρόνια. Και όταν  το συνειδητοποίησαν είπαν να διδάξουν στα ελληνοπούλα επίσημη και εγκεκριμένη ιστορία από το 1882 και μετά. Μας   τη   δίδαξαν   στρεβλωμένη   και κουτσουρεμένη -και προκόψαμε! Ακόμα και ο Πλεύρης διδάσκει από τηλεοράσεως   ιστορία, αντιμετωπίζοντας και τους μύθους σαν ιστορία.24

  Ο ξεβράκωτος εθνικισμός

Τo1914 ο Ίων Δραγούμης, ένας έντιμος και πολύ ιδιόμορφος εθνικιστής, δημοσιεύει στην Αλεξάνδρεια το περιλάλητο πόνημα του υπό τον τίτλο «Ελληνικός πολιτισμός» (σήμερα θα το βρείτε στις εκδόσεις Νέα Θέσις). Ο Δραγούμης, το ξαναείπαμε, πίστευε στη δυνατότητα ανασύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, της ελληνικής αυτοκρατορίας όπως πίστευε και όπως πιστεύουν πολλοί μετά τον Παπαρρηγόπουλο που πρωτοείπε πως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είναι ελληνική, αν και πολυεθνική εξ ορισμού, όπως κάθε αυτοκρατορία. Θα ήταν δυνατό, λέει, να συμβεί κάτι τέτοιο, με την απ’ τα μέσα άλωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Που όντας ήδη ετοιμόρροπη κατάρρευσε το 1924. Αλλά με την επέμβαση του Μουσταφά Κεμάλ, του λεγόμενου Πατέρα των Τούρκων (αυτό σημαίνει το παρατσούκλι Ατατούρκ), και όχι από τη δράση των Ελλήνων στρατιωτών κατά τη μικρασιατική εκστρατεία, που ως γνωστόν δεν οδήγησε τους Τούρκους αλλά τους Έλληνες στην καταστροφή. Και ενώ οι Τούρκοι πασχίζουν απ’ το 1924 να φτιάξουν κράτος χωρίς να το έχουν καταφέρει ακόμα, όπως και εμείς άλλωστε, ασχολούνται παραλ­λήλως τόσο σοβαρά με την ιστορία τους, που μας ξεπέρασαν σε ιστορική κοτσανολογία.

Λεν, για παράδειγμα, πως η ιστορία του έθνους τους έχει ηλικία 6OOO ετών! Κόψτε κάτι, ρε καρντάσια! Κανένα πεντοχίλιαρο χρόνια τουλάχιστον!

Η φαεινή ιδέα πως οι Τούρκοι πρέπει να αποχτήσουν αρχαίους, πανάρχαιους προγόνους είναι του Κεμάλ. Αυτός βάφτισε επισήμως τους Τούρκους, Τούρκους.Μέχρι τότε η καθεμία από την πανσπερμία των φυλών που κατοικεί στη Μικρά Ασία ο­νόμαζε τον εαυτό της όπως ήθελε. Ενώ τα μέλη της άρχουσας αυτοκρατορικής τάξης αυτοχαρακτηρίζονταν Οθωμανοί.

Ωστόσο, έτσι, Τούρκους, βάφτισαν οι Κινέζοι τη γειτονική τους μογγολική φυλή τον καιρό που κατοικούσε ακόμα κοντά στα βόρεια σύνορα της Κίνας. Αλλά, διάολε, άλλο Τούρκοι της αρχαίας Μογγολίας και άλλο Τούρκοι της Μικράς Ασίας.

Που άλλωστε περιλαμβάνει και πολλές χιλιάδες εκμουσουλμανισμένους Έλληνες. Αλλά και η Ελλάδα έχει πολλές χιλιάδες εκ­χριστιανισμένους Τούρκους. Πώς να το κάνουμε, είμαστε «αδελφοί λαοί». Στα εξόχως ενδιαφέροντα που λέει ο Δραγούμης στο βιβλίο που προαναφέραμε, είναι καταφάνερος ο κρυφός θαυμασμός του για τους Ανα­τολίτες εν γένει, των Τούρκων συμπεριλαμβανομένων. Αλλά και ένα σχεδόν υστερικό μίσος για τους Σλάβους.

Αλλά και μια αντίληψη για το πώς πρέπει να είναι οργανωμένη η καθημερινή ζωή των σωστών Ελλήνων, που πρέπει να είναι μάλλον αραβικής παρά ελληνικής εμπνεύσεως. Σκέψου μόνο πως το ταιριαστό για Έλληνες ένδυμα που προτείνει ο Δραγούμης είναι η… κελεμπία. Ας δω τον Πλεύρη με κελεμπία κι ας πεθάνω!

Ένας άλλος έξυπνος, ο Μακρυγιάννης, είχε προτείνει σοβαρότατα στη Βουλή να απαγορευτεί δια νομού η φράγκικη φορεσιά και να φορούν όλοι οι Έλληνες φουστανέλα! Ας δω τον Έβερτ με φουστανέλα κι ας μου βγει το μάτι!

Ο ελληνικός εθνικισμός πρέπει, κατ’ αρχήν, να αποφασίσει πώς θα ντύνεται για να μην κυκλοφορεί ξεβράκωτος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ, σε ελληνική γλώσσα μόνο, για τον εθνικισμό γενικά και για τον ελληνικό εθνικισμό ειδικά είναι εξαιρετικά πλούσια. Παραθέτω έναν πίνακα σχετικών βιβλίων που έχω υπ’ όψιν μου, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και άλλα πάνω στο ίδιο θέμα, που δεν τα έχω υπ’ όψιν μου. Θα ήταν ευχής έργον, τα βιβλία αυτά, καθώς και άλλα με το ίδιο θέμα, να διαβαστούν από όσο το δυνατό περισσότερους.

Ο εθνικισμός είναι τόσο σοβαρό και τόσο πολύπλοκο φαινόμενο. που αν δεν το κατανοήσουμε σε βάθος τα εθνικιστικά προβλήματα (όχι τα εθνικά, που είναι κάτι το διαφορετικό) σε τούτον τον τόπο θα πολλαπλασιάζονται και θα περιπλέκονται ολοένα και περισσότερο.

Ν. Γ. Σβορώνος, «Ανάλεκτα νεοελλη­νικής ιστορίας», Θεμέλιο, 1982.

Νίκος Μουζέλης, «O εθνικισμός στην ύστερη ανάπτυξη», Θεμέλιο, 1994.

Παντελής Λέκκας, «Η εθνικιστική ιδε­ολογία»,     Μνήμων, 1992.   »

Θάνος Λίποβατς και Νίκος Δεμερτζής, «Δο­κίμιο για την Ιδε­ολογία», Οδ­υσσέας, 1994.

Θάνος Λίποβατς, «Η ψυχο­παθολογία του Πολιτικού», 19-9O.    ‘

Ερικ χομπσπάουμ, «Η εποχή των ε­παναστάσεων, 1798-1848», ΜΙΕΤ, 199O.

Νίκος Δεμερτζής, «Η Ελληνική πολιτι­κή κουλτούρα σήμερα», Οδυσσέας, 1994.

Σίγκμουντ Φρόυντ, «Ψυχολογία των μαζών», Επίκουρος, 1977.

Δόμνα Μιχαήλ, «Εθνος, Εθνικισμός και Εθνική Συνείδηση», Λεβιάθαν, 1992.

Παν. Κονδύλης, «Η παρακμή του α­στικού πολιτισμού», Θεμέλιο, 1991.

Παν. Κονδύλης, «Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο», Θεμέλιο, 1992.

Στέφανος Πεζμαζόγλου, «Ευρώπη -Τουρκία, Ανακλάσεις και Διαθλάσεις», Θεμέλιο, 1993.

Συλλογικό έργο με τον τίτλο «Οι εθνι­κές ταυτότητες και η πολιτισμική παρά­δοση στα Βαλκάνια», έκδοση Παντείου ΑΣΠΕ, 1987.

Τζ. Πλάμενατζ, «Ιδεολογία», Κάλβος, 1981

Μπαλιμπάρ και Βαλλερστάιν, «Φυλή, έθνος, τάφ7 – Οι διφορούμενες ταυτότη­τες», O Πολίτης, 1991.

Αλέξανδρος Παπαναστασίου, «O ε­θνικισμός», Δημιουργία, 1992.

Αντονυ Σμιθ, «Εθνικισμός και διε­θνείς συγκρούσεις», Ιστωρ, 1993.

Ελία Κανέττι, «Μάζα και εξουσία», Ηριδανός, χωρίς χρονολογία.

Βίλχελμ Ράιχ, «Η μαζική ψυχολογία του ναζισμού», Μπουκουμάνης, 1974.

-Ερικ Χόφερ, «O φανατικός», Μπουκουμάνης, 1969.

Πραχτικά Επιστημονικού Συμποσίου με θέμα «Εθνος – Κράτος – Εθνικισμός», έκδοση Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1995. 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: