Eργατικό Αντιϊμπεριαλιστικό Μέτωπο

[επικοινωνία: eamgr@otenet.gr]

  • Κατηγορίες

  • Πρόσφατα

  • Τρέχον μήνας

    Ιανουαρίου 2008
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Δεκ.   Φεβ. »
     123456
    78910111213
    14151617181920
    21222324252627
    28293031  
  • Κατάλογος

ΕΙΣΗΓΗΣΗ για την ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΕΑΜ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 2007

Posted by eamgr στο 30 Ιανουαρίου, 2008

Στην πολιτική φιλολογία όλο και πιο έντονα αποτυπώνονται διαπιστώσεις που υποδηλώνουν ότι ο κόσμος από δεκαετίες ήδη βρίσκεται σε μια διαρκή μεταβατική φάση που όμως καμιά συλλογικότητα – παρά τις επιμέρους προσεγγίσεις – δεν φαίνεται έτοιμη, πρόθυμη και ικανή να τις αντιμετωπίσει τόσο θεωρητικά όσο και στο επίπεδο της πολιτικής πράξης.

Βάση και εποικοδόμημα διαπερνούνται από αντιθέσεις και αντιφάσεις που δεν μπορούν ούτε να ερμηνευτούν, ούτε να ξεπεραστούν, ούτε να χωρέσουν στις κλασικές αντιλήψεις περί ελεύθερης αγοράς και τα πρότυπα του αστικοδημοκρατικού κοινοβουλευτισμού.

Φαινόμενα βοναπαρτισμού και πολιτικού ολοκληρωτισμού σε εθνική και διεθνική κλίμακα εξελίσσονται, γενικεύονται και διαπερνούν το εποικοδόμημα του αστικού κράτους και το σύνολο των θεσμών του, αναιρώντας ακόμη και βασικές αρχές της αστικοδημοκρατικής οργάνωσης και λειτουργίας μιας κοινωνίας.Φαινόμενα βοναπαρτισμού και πολιτικού ολοκληρωτισμού σε εθνική και διεθνική κλίμακα εξελίσσονται, γενικεύονται και διαπερνούν το εποικοδόμημα του αστικού κράτους και το σύνολο των θεσμών του, αναιρώντας ακόμη και βασικές αρχές της αστικοδημοκρατικής οργάνωσης και λειτουργίας μιας κοινωνίας.

Το ξεπέρασμα του πλέγματος στασιμότητας και η αλματώδικη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων φαίνεται να βασίστηκε και να βασίζεται σε συντελούμενες εκτεταμένες και βαθύτερες τροποποιήσεις των κοινωνικών σχέσεων που περιλαμβάνουν τόσο τα γενικότερα χαρακτηριστικά και το περιεχόμενο της μισθωτής εργασίας, όσο και τις λειτουργίες του κεφαλαίου και τις μορφές άσκησης της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Αυτές οι αλλαγές και στα δύο επίπεδα αποτελούν σημαντική και ορατή αναντιστοιχία με τις κλασικές μορφές του αστικού κοινωνικοπολιτικού συστήματος διαχείρισης της εξουσίας.

Το πολιτικό σύστημα έτσι φέρνει έντονα τα σημάδια αστάθειας, ρευστότητας και μεταβατικότητας με μόνη σταθερή κατεύθυνση την εκχώρηση της λειτουργικής αυτονομίας του αστικού κράτους στους καθαρούς ταξικούς θεσμούς άσκησης της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Ένα σημαντικό πολιτικό κενό εμφανίζεται που δεν έχει να κάνει με μια συγκυριακή και περιορισμένη πολιτική κρίση, αλλά με ενγενείς αδυναμίες του συστήματος να εκπροσωπήσει κοινωνικά συμφέροντα και να αντιμετωπίσει τη σύγκρουσή τους μέσα από τις κοινωνικοπολιτικές συμμαχίες των πολιτικών κομμάτων.

Στίγμα και θεμέλιο αυτής της μεταβατικής εποχής αποτέλεσε ο θατσερικός μονεταρισμός και ο ρηγκανισμός, για να διαμορφωθούν προοδευτικά με την κατάρρευση του Σοβιετικού συνασπισμού ως νεοφιλελευθερισμός με συγκεκριμένο ιδεολογικό, πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό περιεχόμενο σε παγκόσμιο σύστημα και μορφή διαχείρισης.

Το ιδεολογικό περιεχόμενο του νεοφιλελευθερισμού είναι ό,τι η «οικονομική ελευθερία» συνιστά απόλυτο φυσικό νόμο και αυτός είναι που καθορίζει την κοινωνική οργάνωση και λειτουργία σ΄όλα τα επίπεδα.

Το πολιτικό του περιεχόμενο συνίσταται στην κατάκτηση των κοινωνικών και πολιτικών όρων για την εξίσωση των όρων της σώρευσης του κεφαλαίου σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο με βάση το μέγιστο κέρδος.

Αυτό το μέγιστο κέρδος σε απόλυτα αλλά και ποσοστιαία μεγέθη αποτελεί το οικονομικό αλλά και προσδιορίζει το κοινωνικό περιεχόμενο του νεοφιλελευθερισμού.

Μια απλή όμως εξίσωση των όρων σώρευσης του κεφαλαίου χωρίς γενικότερες μεταβολές στις κοινωνικές σχέσεις σε βάρος της εργασίας και της μισθωτής μορφής της, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον βασικό και απόλυτο νόμο της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Τον νόμο της αξίας και τον νόμο της οικονομικοπολιτικής ανισομετρίας. Η απλή εξίσωση των όρων σώρευσης του κεφαλαίου καθιστά αδύνατη την πραγματοποίηση της σχετικής και απόλυτης υπεραξίας, άρα και την διευρυμένη καπιταλιστική αναπαραγωγή συνολικά. Για να λειτουργήσει αυτή, χρειάζονται βαθιές και ριζικώτερες τροποποιήσεις των κοινωνικών σχέσεων, των σχέσεων διανομής του κοινωνικού προϊόντος.

Τροποποιήσεις που ν’ απαντούν στην μεγεθυμένη αντίθεση ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ – ΕΡΓΑΣΙΑΣ που από την μια αρνείται την εργασία στο σύνολό της σαν κοινωνική διαδικασία, και από την άλλη επιζητά την μετατροπή της συνολικής ανθρώπινης δραστηριότητας του ατομικού εργάτη σε «εργασία».

«ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ, ΑΛΛΑ ΧΩΡΙΣ ΑΞΙΑΚΟ ΜΕΓΕΘΟΣ» Δουλειά χωρίς αμοιβή.

Η μείωση της αμοιβής της εργατικής δύναμης αποτελεί έτσι τον καθοριστικό όρο και την πρωταρχική και κορυφαία προϋπόθεση της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης ώστε να εξασφαλιστεί η κεφαλαιοκρατική αναπαραγωγή. Οι έννοιες του χώρου και του χρόνου εργασίας, του μισθού και του ημερομίσθιου, των συλλογικών συμβάσεων, της κοινωνικής ασφάλισης, του ελεύθερου χρόνου, της εργασιακής ηλικίας, η οργάνωση και η αρχιτεκτονική της εργασιακής διαδικασίας πρέπει να προσαρμοστούν στην απαίτηση μηδενισμού του αξιακού μεγέθους της εργατικής δύναμης όχι μόνο στα στενά πλαίσια του έθνους – κράτους, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «απασχόληση» που και τυπικά έχει αντικαταστήσει τον όρο «εργασία» εμπεριέχει τόσο την μεγεθυμένη αυτή αντίθεση ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ – ΕΡΓΑΣΙΑΣ όσο και την απάντηση του νεοφιλελευθερισμού σ’ αυτήν.

Την απάντησή του ο νεοφιλελευθερισμός βασίζει σε δυο αντικειμενικούς όρους:

1. Στην συνεχή και μαζική αποειδίκευση της ζωντανής εργασίας που εμπεριέχει η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων καθ’ εαυτή.

2. Στην διάσπαση της αντιθετικής ενότητας «εθνικό κεφάλαιο – μισθωτή εργασία» στην οποία εδράζεται το παραδοσιακό καπιταλιστικό έθνος – κράτος.

Ο νεοφιλελευθερισμός από την άποψη αυτή δεν παράγεται από τα «εγκληματικά» ιδεολογικά γονίδια των ιδεολογικών και πολιτικών εκφραστών του. Απαντά από την μεριά του κεφαλαίου φυσικά σε υπαρκτές αντιθέσεις της κοινωνικής αναπαραγωγής και εξέλιξης.

Δεν είναι μια συγκυριακή μορφή διαχείρισης ανάμεσα στα ιστορικά ρεύματα μονεταρισμός – κρατικός παρεμβατισμός. Τα υπερβαίνει και τα ενοποιεί σε μια ολοκληρωτική μορφή.

Από τη μια προβάλει με άμεσο, ευθύ και απόλυτο τρόπο την ιδεολογία πάνω στην οικονομική βάση (η οικονομική ελευθερία αποτελεί μέσο και στόχο ) και από την άλλη γιγαντώνει τον κρατικό παρεμβατισμό του νέου, ιμπεριαλιστικού, διεθνοποιημένου κράτους.

Στην αποειδίκευση της εργασίας στηρίζει την διάρθρωση μιας νέας εργασιακής διαδικασίας μια νέα αρχιτεκτονική του εργασιακού προτσές για την επέκταση των μορφών, των ορίων και του χρόνου κατανάλωσης της εργατικής δύναμης.

Πραγματοποιεί ταυτόχρονα και μέσ’ από αυτά, μια τεράστια διαφορικοποίηση της ζωντανής εργασίας σε βάθος και έκταση, συμπιέζοντας προς τα κάτω την αμοιβή της εργατικής δύναμης.

Στην πραγματική αντίθεση ανάμεσα στην πλέρια κοινωνικοποίηση της εργασίας και την πλέρια αποξένωση του ατομικού εργάτη από το προϊόν της εργασίας του, ο νεοφιλελευθερισμός απαντά με νέους όρους υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο μετατρέποντας μάλιστα και κάθε πτυχή του ελεύθερου χρόνου σε εργασία. Γνώση, υγεία, πολιτισμός αθλητισμός…. γίνονται εμπορεύματα που στην παραγωγή τους συμμετέχουν ουσιαστικά και οι καταναλωτές τους μέσα από την καθ’ εαυτή διαδικασία κατανάλωσής τους.

Η δυνατότητα επιβίωσης του νέου διεθνοποιημένου κράτους καθορίζεται μόνο από την δυνατότητά του να συμμετέχει στην παγκόσμια κεφαλαιοκρατική αναπαραγωγή με τους όρους που καθορίζει ο νεοφιλελευθερισμός και ο συσχετισμός δύναμης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στην κατεύθυνση των γεωπολιτικών αναδιατάξεων που συντελούνται.

Η σημερινή θέση και λειτουργία του χρηματιστηριακού κεφαλαίου αποκαλύπτει σε βάθος τα χαρακτηριστικά του νέου ιμπεριαλιστικού κράτους των νέων πεδίων ενότητας του ιμπεριαλισμού, αλλά και την κατεύθυνση όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Αυτονομημένο από τον καθ’ αυτό παραγωγικό κύκλο διεκπεραιώνει γενικότερες οικονομικές και πολιτικές λειτουργίες. Συγκεντροποιεί την νομισματική και πιστωτική πολιτική σε ελάχιστα ιμπεριαλιστικά κέντρα, μέσα από «υπερεθνικούς» οργανισμούς, απελευθερώνει τις μονοπωλιακές συμμαχίες από εθνικούς περιορισμούς, ρυθμίζει τους παραγωγικούς κύκλους σε παγκόσμια κλίμακα, με πρωτοφανή αυτοματισμό.

Τεράστια επιθετικά κεφάλαια διεθνικού χαρακτήρα (κατά κύριο λόγο λιμνάζοντα) διεκπεραιώνουν άμεσα πολιτικές λειτουργίες των ιμπεριαλιστικών κέντρων και των ομάδων της άρχουσας τάξης που διαχειρίζονται την εξουσία σ’ αυτά. Ο ιμπεριαλισμός γίνεται εσωτερικός όρος ύπαρξης κάθε κεφαλαιοκρατικού κοινωνικού σχηματισμού ανεξάρτητα από το επίπεδο και την διάρθρωση της εσωτερικής του αγοράς. Η ιμπεριαλιστική ηγεμονία και η επιδίωξή της καθίσταται ο καθοριστικός παράγοντας της παγκόσμιας οικονομικοπολιτικής «σταθερότητας» εκτινάσσοντας στα ύψη και καθολικοποιώντας τους ανταγωνισμούς.

Ο νεοφιλελευθερισμός αναδείχνεται συνολικά σε ακρότατη έκφραση της δικτατορίας της αστικής τάξης. Οι ανάγκες της κεφαλαιοκρατικής αναπαραγωγής και η νεοφιλελεύθερη απάντηση σ’ αυτές, με τις βαθιές τροποποιήσεις στο κοινωνικό καταμερισμό της εργασία σε εθνική και διεθνική κλίμακα απαιτούν πλήρη ρήξη με την εργατική τάξη και τις ευρύτερες εργαζόμενες λαϊκές μάζες. Απαιτούν πλήρη ρήξη με κάθε δημοκρατική προοδευτική εγγύηση περιέχει το έθνος-κράτος για τις δυνάμεις της εργασίας. Οδηγούμαστε έτσι σ’ ένα γενικευμένο κοινωνικό πολιτικό εκφασισμό που εκφράζεται με την ουσιαστική και τυπική άρνησης της ταξικής πάλης σ’ όλα τα επίπεδα και σε παγκόσμια κλίμακα.

Επιστροφή σε προνεοφιλελεύθερες μορφές διαχείρισης είναι απόλυτα αδύνατες για την παγκόσμια νεοφιλελεύθερη αλυσίδα. Αυτό μπορεί να συντελεστεί μόνο κάτω από γενικευμένη παγκόσμια κρίση ή κάτω από μια διαλυτική και αποδιαρθρωτική κρίση μιας από τις συντελούμενες ιμπεριαλιστικές, καπιταλιστικές ολοκληρώσεις με τις ανάλογες συνέπειες και εξελίξεις για τον όποιο εθνικό κοινωνικό σχηματισμό της περιφέρειας.

Μια τέτοια προοπτική είναι δυνατό να γνωρίσει η Ελλάδα που εξακολουθεί – για πολλαπλούς λόγους – να παραμένει αδύνατος κρίκος σε μια κεντρική γεωπολιτική περιοχή.

 

Η κατάσταση στην παγκόσμια σοσιαλδημοκρατία και η αδυναμία της να συγκροτήσει πολιτική πρόταση, να προβάλλει στρατηγική και τακτική μετά την πρώτη φάση διαμόρφωσης του νεοφιλελευθερισμού σε παγκόσμιο σύστημα, αποτελεί απόδειξη για την έλλειψη αντικειμενικών όρων, ρεφορμιστικών κενσιανικού τύπου μορφών διαχείρισης της σημερινής καπιταλιστικής πραγματικότητας.

Η σοσιαλδημοκρατία προσχώρησε στο νεοφιλελευθερισμό και διαχειρίστηκε την πρώτη φράση επιβολής και διαμόρφωσης του νεοφιλελευθερισμού σε παγκόσμιο σύστημα θεωρώντας τον σαν «μέσο» μιας δήθεν μεταιμπεριαλιστικής δημοκρατικής ουτοπίας, παραμένει και σήμερα διαχειριστική δύναμη του νεοφιλελευθερισμού όμως σημαντικά αποδυναμωμένη καθώς δεν μπορεί με την όποια ανασυγκρότησή της να καλύψει σαν κοινωνικοπολιτική συμμαχία το πολιτικό κενό που και η ίδια δημιούργησε με την επίθεσή της στην εργατική τάξη και τις λαϊκές μάζες, εκπροσωπεί επιθετικούς νεοφιλελεύθερους κύκλους της άρχουσας τάξης, όμως παρουσιάζει πολιτικές αδυναμίες για το σύστημα καθώς οι ιδεολογικές και πολιτικές ανάγκες την κάνουν να επικαλείται την παρέμβαση των μαζών και των κοινωνικών συλλογικοτήτων τους.

Η ακόμη μεγαλύτερη κεντροφιλελεύθερη προσαρμογή της σοσιαλδημοκρατίας που επιδιώκεται από την ηγεμονεύουσα ομάδα της αστικής ηγεσίας της, την απειλεί με ανεξέλεγκτη διάσπαση και πολιτική περιθωριοποίηση.

Η κεντροδεξιά με σημαία την αποϊδεολογικοποίηση και την αποπολιτικοποίηση αναγάγει τον νεοφιλελευθερισμό σε μέσο και στόχο της κοινωνικής εξέλιξης, τέρμα της ιστορίας. Συγκροτήθηκε και διαρθρώνει έξω από ιδεολογικούς και πολιτικούς όρους ένα πλήρως παρασιτικό, ανεξέλεγκτο και παμφάγο παράκεντρο κράτος μηχανισμό πολιτικής τρομοκρατίας της κοινωνίας.

Μέσα από αυτό υποτάσσει το επίσημο κράτος, τους θεσμούς και την λειτουργία τους στους καθαρούς ταξικούς θεσμούς άσκησης της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας.

Η καταστολή είναι η κορυφαία ιδεολογική και πολιτική αξία της διαχείρισής της και ο συνεκτικός κρίκος του αθύρματος των εκμεταλλευτικών συμφερόντων που συνθέτουν την κοινωνική της βάση και τις ηγεμονεύουσες φατρίες της εκφασισμένης κοινωνικοπολιτικής της συμμαχίας.

Η σύγκλιση δεξιάς και σοσιαλδημοκρατίας στην νεοφιλελεύθερη πολιτική, δεν μπορεί να αποκρύψει τις σημαντικές διαφορές ανάμεσα τους γιατί έτσι διαγράφει και αποϊδεολογικοποιεί σημαντικές πλευρές και εκφράσεις της ταξικής πάλης.

Ακόμη περισσότερο η βερμπαλιστική ταυτοποίηση των μορφών διαχείρισης και μάλιστα με άξονα και αναφορά την αστικοκοινοβουλευτική εκλογική διαδικασίά κάνει ένα ακόμη μεγάλο πολιτικό λάθος. Ανάγει την εκλογική αστικοκοινοβουλευτική διαδικασία στην ανώτατη μορφή ταξικής πάλης, την στιγμή που οι ταξικοί συσχετισμοί δυνάμεων παίζονται σε άλλα επίπεδα.

Η θέση και η απάντηση της Αριστεράς.

Αναμφίβολα στο χώρο της αριστεράς υπάρχουν οι πιο δημιουργικές αναζητήσεις σε θεωρητικό επίπεδο αλλά και επίπεδο πολιτικής πρακτικής για ένα συνολικότερο κοινωνικό μετασχηματισμό.

Όμως χωρίς την χειραφέτησή της από τον αστικό και μικροαστικό εκφυλισμό που οδηγήθηκαν τα κυρίαρχα ρεύματά της, η αριστερά θα συνεχίζει να χειμάζεται από ιδεολογική ανασφάλεια και πολιτική μανιοκαταθληψία. Επικαλείται τον Μαρξισμό, αλλά ουσιαστικά τρομοκρατείται απ’ αυτόν.

Συνεχίζει να προσδιορίζεται με βάση ιστορικούς σταθμούς και προσωπικότητες του κινήματος, αποφεύγοντας επίμονα να αγγίξει τις ιστορικά εξελιγμένες αντιθέσεις της κεφαλαιοκρατικής τάξης πραγμάτων, το περιεχόμενο της γιγαντωμένης αντίθεσης κεφαλαίου – εργασίας στην σύγχρονη πραγματικότητα.

Η εξαιρετικά υπεραπλουστευμένη και γραμμική άποψή της για την κοινωνική εξέλιξη, για τις εκδηλώσεις και το περιεχόμενο των διάφορων μορφών πάλης, την καθιστούν ανίκανη να συνδέει το όραμά της με άμεσους πολιτικούς στόχους, αλλά και να οικοδομεί μια στρατηγική που τουλάχιστον να επικοινωνεί με αυτούς.

«Η ιδεολογία γίνεται ΠΙΣΤΗ και η πολιτική ΗΘΙΚΗ».

Όμως αυτά δεν είναι Μαρξισμός, δεν είναι Λενινισμός.

Δεν είναι καθόλου επαναστατική θέση η αντίληψη της ηγεμονίας στην ταξική πάλη σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο με όρους πολιτικής ιδιοκτησίας που διασπά το εργατικό κίνημα στην βάση του για να το μετατρέψει σε μηχανισμό εκλογικής καταγραφής που ανάγεται σε ανώτατη μορφή της ταξικής πάλης.

Δεν είναι επαναστατική θέση να εμπορευόμαστε την εδραιωμένη συνείδηση σημαντικών εργατικών και λαϊκών μαζών για την σοσιαλιστική και κομμουνιστική προοπτική και την απαίτησή τους ν’ αποκτήσει προοπτική και πολιτική πρόταση η αριστερά, μετατρέποντας ένα ποιοτικό πρόβλημα σε ποσοτικό. Να προωθούμε τάχα την ενότητα της αριστεράς μόνο και μόνο για να μοιραστούμε μερικά οφίτσια της εκλογικής καταγραφής και την κρατική επιχορήγηση του αστικού κράτους.

Δεν είναι αριστερή επαναστατική θέση να συμπεριφερόμαστε απέναντι στο λαϊκό κίνημα όπως οι αστοί πολιτευτές στα μνημόσυνα και τις κηδείες με πικέτες «είμαστε και εμείς εδώ», χωρίς την ευθύνη πολιτικής άποψης για την πορεία και τον προσανατολισμό του λαϊκού κινήματος.

Δεν είναι επαναστατική θέση ο τακτικισμός να ενθυλακώνουμε ό,τι μπορούμε από την συγκυρία ακόμη και αν αυτό είναι σε βάρος του κινήματος, της συνολικότερης προοδευτικής κίνησης της κοινωνίας και των συμφερόντων των λαϊκών μαζών.

Δεν είναι επαναστατική θέση να θυσιάζουμε στο στόχο της «πολιτικής» διαμεσολάβησής μας «εν είδει» ιδιοκτητών μίνι-μάρκετ την προοπτική του επαναστατικού κινήματος.

Η κατάσταση αυτή δεν επιτρέπει στην αριστερά σήμερα την συγκρότηση μετώπων με προγραμματική σύγκληση. Όμως δεν επιτρέπει ούτε την δημιουργία μετώπων σε ζητήματα πολιτικής τακτικής όπου απαιτείται συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση που να υπηρετεί και να υπηρετείται από ένα άμεσο στόχο πάλης και κατάκτησης.

Η εξέγερση – για παράδειγμα – στα γαλλικά προάστια ουδετεροποίησε πλήρως την αριστερά ενώ αποτελούσε την επαναστατική κραυγή των μεταναστών όλου του κόσμου ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό, τον ρατσισμό, την εκμετάλλευση και την εξαθλίωση.

Το κίνημα της νεολαίας ενάντια στην σύμβαση πρώτης εργασίας που έληξε με νίκη – τελικά – και ενσωματώθηκε πολιτικά από το κίνημα – φαινόμενο Σαρκοζί – που εκπροσωπεί ολόκληρο το ιστορικό πλέγμα του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού ολοκληρωτισμού. Γιατί έμεινε χωρίς στρατηγικό πολιτικό προσανατολισμό από την αριστερά, γιατί διαμορφώθηκε τελικά σε πολιτική αντιδιαστολή με την εξέγερση των εξαθλιωμένων των παρισινών προαστίων που απόρριπταν συνολικά την νεοφιλελεύθερη πραγματικότητα.

Το ίδιο ισχύει και για το κίνημα της νεολαίας στη χώρα μας όπως και για την κινητοποίηση των δασκάλων. Ενώ η «μεταρρύθμιση» της κεντροδεξιάς ανέτρεπε προς την νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση συνολικά το γνωσιολογικό σύστημα της κοινωνίας με εξαιρετικές επιπτώσεις στον ίδιο το κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, η αριστερά είτε το απομόνωνε από το γενικότερο εργατικό και λαϊκό κίνημα, είτε το κατατεμάχιζε σε περιθωριακές επιμέρους ενότητες για να παραδοθεί τελικά αιχμάλωτο στην αστική τάξη, να παζαρεύει τους όρους της αιχμαλωσίας του στην γραμμή της «μη εφαρμογής» του νόμου πλαισίου!

Ενώ το λαϊκό κίνημα με το κίνημα της νεολαίας έδινε την δυνατότητα στην αριστερά να αφαιρέσει την πολιτική πρωτοβουλία από την κυβέρνηση της Ν.Δ. και να υπερφαλαγγίσει την σοσιαλδημοκρατία, η αριστερά απόφυγε την ευθύνη της πολιτικής του κατεύθυνσης και διέσπασε το πολιτικό του περιεχόμενο γιατί βρισκόταν έξω από τις δικές της πολιτικές δυνατότητες.

 

Οι συζητήσεις για ενότητα της αριστεράς όσο βρίσκονται μακριά από τους αντικειμενικούς όρους που την προσδιορίζουν και την καθορίζουν, θα εκφράζουν μόνο το άγχος την αστικοκοινοβουλευτικής αναγνωρισιμότητας που δεν έχει να κάνει σε τίποτα μ’ ένα μαρξιστικό ανατρεπτικό πόλο της σοσιαλιστικής προοπτικής.

Η απόσπαση της πρωτοβουλίας από την σοσιαλδημοκρατία και η υπερφαλάγγισή της για την διεκδίκηση της ηγεσίας του κινήματος στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, απαιτεί πρόγραμμα και πρόταση εξουσίας και δεν αρκεί καθόλου ο καταγγελτικός βερμπαλιστικός λόγος, ούτε μόνο η αποκάλυψη του ρόλου της σοσιαλδημοκρατίας στη συγκυρία.

Η ταξική ανασυγκρότηση, η κομμουνιστική ανασύνταξη, η αντικαπιταλιστική συσπείρωση κ.λ.π., δεν μπορούν παρά νάχουν περιεχόμενο προγραμματικό και πολιτικής τακτικής, το οποίο όχι μόνο απουσιάζει αλλά ούτε καν γίνεται προσπάθεια προσέγγισης με εμφανή την έλλειψη αυτή στο εργατικό και λαϊκό κίνημα.

Για ένα αντινεοφιλελεύθερο μέτωπο αντίστασης και ρήξης:

Η ανάσχεση του νεοφιλελευθερισμού είναι μια διαδικασία συνολικότερης ρήξης μέσα στην οποία γεννιέται και θα καταχτιέται η ανάγκη και το περιεχόμενο ενός γενικότερου κοινωνικού μετασχηματισμού.

Όμως η ανάσχεσή του απαιτεί την ολοκληρωμένη αντιμετώπισή του στο ιδεολογικό, πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό του περιεχόμενο.

Η αντιμετώπισή του δεν μπορεί να γίνει με αποσπασματικές και αποπολιτικοποιημένες δράσεις επιμέρους κινημάτων που αφομοιώνονται εξαιρετικά εύκολα από το σύστημα.

Δεν μπορεί να γίνει από τον αριστερό οικονομισμό που κάνει αναποτελεσματικές και τις αυθόρμητες αντιστάσεις που ξεσπούν.

Ένα αντινεοφιλελεύθερο μέτωπο ρήξης, απαιτεί την κατάκτηση ενός προγράμματος σύγκλησης από τις δυνάμεις της αριστεράς αλλά και άλλες προοδευτικές δυνάμεις που υπάρχουν και γεννιούνται στα πεδία της ταξικής πάλης που θα απαντά.

1. Στην σύμμετρη ανάπτυξη των αναγκών της κοινωνίας και στην σύμμετρη κάλυψή τους.

2. Θα προσδιορίζει τις κοινωνικές διαδικασίες και μορφές μέσα από τις οποίες θα καθορίζονται και θα καλύπτονται αυτές οι ανάγκες.

3. Θα προσδιορίζει βαθιές δημοκρατικές και αποτελεσματικές διαδικασίες επικοινωνίας της κοινωνίας με το πολιτικό εποικοδόμημα.

Η αριστερά μπορεί να κατακτήσει ένα τέτοιο πρόγραμμα, αρκεί ν’ αγγίξει τις σημερινές αντιθέσεις της καπιταλιστικής αναπαραγωγής.

Μ’ ένα τέτοιο πρόγραμμα εξοπλισμένη η εργατική τάξη και ο λαός θα κάνουν και την καθημερινή τους πάλη αποτελεσματική, αλλά και θα κατανοούν και θα προωθούν τις δυνατότητές τους για μια ολοκληρωμένη έξοδο από τα δεσμά του κεφαλαίου για την ολοκληρωτική ρήξη μ’ αυτό.

 

 

ΕΑΜ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: